ΞΕΝΟΦΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ1.18–1.23 Η αληθινή κατάσταση δουλείας των ανθρώπων

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Στον Οικονομικό του Ξενοφώντα ο Σωκράτης συζητά αρχικά με τον Κριτόβουλο (κεφ.1–6) και στη συνέχεια με τον Ισχόμαχο (κεφ. 7–21) για ζητήματα οικιακής οικονομίας και αγροτικής παραγωγής. Με τον Κριτόβουλο ο μεγάλος φιλόσοφος εξετάζει τι αποτελεί περιουσία και καταλήγει ότι κάτι γίνεται περιουσία μας, μόνον αν γνωρίζουμε πώς να το χρησιμοποιούμε. Ο Κριτόβουλος αναρωτιέται, λοιπόν, πώς εξηγείται κάποιοι να μην μπορούν να ευημερήσουν, ενώ διαθέτουν και γνώσεις και κεφάλαια. Ο Σωκράτης διευκρινίζει ότι οι άνθρωποι αυτοί τελούν σε κατάσταση δουλείας, αλλά ο συνομιλητής του επιμένει ότι μιλά για ελεύθερους ανθρώπους, προκαλώντας τον παρακάτω διάλογο με τον φιλόσοφο, όπου αναλύεται το ποιοί είναι οι πραγματικοί δεσπότες και δικτάτορες του κόσμου μας, με μία απρόσμενη οπτική, ως προς τη συνήθη δική μας, που συνηθίζουμε να αποδίδουμε την κακοδαιμονία μας σε πράξεις τρίτων:

<<Και πώς γίνεται να είναι αδέσποτοι, αφού από τη μια επιθυμούν να περνούν καλά και κάνουν τα πάντα προκειμένου να αποκτούν αγαθά, ενώ από την άλλη τα αφεντικά τους τούς εμποδίζουν να το κάνουν; Και ποιοι είναι εκείνοι, είπε ο Κριτόβουλος, που είναι αφεντικά τους και δεν φαίνονται; Μα τον Δία, είπε ο Σωκράτης, δεν είναι διόλου αφανή· φαίνονται και πολύ μάλιστα. Και ξέρεις δα, ότι είναι πολύ κακά αφεντικά η κακία, η τεμπελιά, η μαλθακότητα της ψυχής και η αμέλεια. Υπάρχουν και μερικές απατηλές δέσποινες, που προσποιούνται ότι είναι ηδονές: οι κυβείες και οι ανώφελες συναναστροφές με ανθρώπους, που καθώς περνάει ο καιρός, γίνεται φανερό ακόμη και στους εξαπατημένους ότι είναι στην ουσία λύπες που φορούν το προκάλυμμα της ηδονής, τους εμποδίζουν να κάνουν έργα ωφέλιμα και τους εξουσιάζουν. Υπάρχουν όμως, Σωκράτη, και άλλοι που τίποτε δεν τους εμποδίζει να εργάζονται· αντίθετα, έχουν μεγάλη όρεξη για δουλειά και επινοούν τρόπους για να κερδίσουν χρήματα. Κι ωστόσο και τους οίκους τους καταστρέφουν και μπλέκονται σε δυσάρεστες καταστάσεις. Είναι κι αυτοί, βέβαια, δούλοι, είπε ο Σωκράτης, και μάλιστα δούλοι πολύ σκληρών αφεντικών: της λαιμαργίας, της ασέλγειας, της μέθης, δούλοι ανόητων και δαπανηρών φιλοδοξιών. Όλα αυτά τα κακά τούς κυριεύουν κι όσο τους βλέπουν να εργάζονται ακμαίοι και δυνατοί, τους παρασύρουν και τους κάνουν να ξοδεύουν όσα βγάζουν από την εργασία τους προκειμένου να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους. Όταν όμως διαπιστώσουν ότι δεν μπορούν πια να δουλέψουν εξαιτίας των γηρατειών, τους εγκαταλείπουν, τους αφήνουν να γεράσουν μόνοι τους ή άλλοι πάλι τους μεταχειρίζονται ως δούλους. Όμως πρέπει, Κριτόβουλε, να πολεμάει κανείς για την προσωπική του ελευθερία περισσότερο απ’ ό,τι όταν παίρνει το όπλο για να πολεμήσει ενάντια σ’ εχθρούς που θέλουν να τον υποδουλώσουν. Οι εχθροί, όταν είναι ενάρετοι άνδρες και υποδουλώσουν κάποιους, τους αναγκάζουν να γίνουν καλύτεροι και να ζήσουν με περισσότερες ανέσεις την υπόλοιπη ζωή τους. Τέτοιες αφέντρες σαν τις παραπάνω ηδονές, όμως, δεν παύουν να βασανίζουν και να φθείρουν τα σώματα των ανθρώπων, τις ψυχές και τους οίκους που τυχόν ελέγχουν>>.

2500 χρόνια και πολύ περισσότερα γνωρίζουμε από τί εξαρτάται η δουλεία, η Ελευθερία κι η Ευδαιμονία μας, αλλα οικειοθελώς εμμένουμε στη στρεβλή εικόνα, που δικαιολογεί τα πάθη και τις αδυναμίες μας. Έτσι με την εύκολη πάντα δικαιολογία ότι άλλοι ευθύνοντσι για τα δεινά μας, οι πολλοί αρνούνται να καθαρθούν και μετατραπούν σε ενεργούς φωτεινούς παράγοντες του κόσμου, αφού αυτό είναι πορεία αγώνα, κόπου και θυσιών, στο τέλος της οποίας προσφέρονται τα μέγιστης αξίας έπαθλα! Κυριάκος Κόκκινος, Δικηγόρος, Πρόεδρος της Κίνησης Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣΑντιπρόεδρος Συνδέσμου Ελλήνων Βατραχανθρώπων

Το εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός (Πάουλο Κοέλο)

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

«Πολλοί μεν άνθρωποι, άνδρες δε ολίγοι» Ηρόδ.

Ο Πολεμιστής του Φωτός, χωρίς να το θέλει, κάνει ένα λάθος βήμα και βυθίζεται στην άβυσσο…

Τα φαντάσματα τον τρομάζουν, η μοναξιά τον βασανίζει. Επειδή αγαπούσε τον Καλό Αγώνα, δεν πίστευε ποτέ ότι θα μπορούσε να του συμβεί κάτι τέτοιο, κι όμως συνέβη.

Τυλιγμένος στο σκοτάδι, έρχεται σ’ επικοινωνία με τον δάσκαλό του.

-” Δάσκαλε, έπεσα στην άβυσσο..”, λέει. ” Τα νερά είναι βαθιά και μαύρα..”

-“Να θυμάσαι ένα πράγμα..”, απαντάει ο δάσκαλος. ” Αυτό που σε πνίγει… Δεν είναι το ότι βυθίζεσαι, αλλά το ότι παραμένεις κάτω από το νερό…”Και ο Πολεμιστής του Φωτός καταβάλει κάθε προσπάθεια για να βγει από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται…Κάθε πολεμιστής του Φωτός πρόδωσε και είπε ψέματα στο παρελθόν. Κάθε πολεμιστής του Φωτός πήρε ένα δρόμο που δεν ήταν δικός του… Κάθε πολεμιστής του Φωτός πλήγωσε κάποιον που αγαπούσε. Γι’ αυτό είναι πολεμιστής του Φωτός: επειδή πέρασε αυτές τις εμπειρίες και δεν έχασε την ελπίδα ότι θα γίνει καλύτερος. ΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ μελετάει με μεγάλη προσοχή τη θέση που έχει σκοπό να κατακτήσει. ‘Οσο δύσκολος κι αν είναι ο στόχος του, υπάρχει πάντα ένας τρόπος να ξεπεράσει τα εμπόδια. Επαληθεύει τις εναλλακτικές πορείες, ακονίζει το σπαθί του και προσπαθεί να γεμίσει την καρδιά του με την αναγκαία επιμονή για την αντιμετώπιση της πρόκλησης. Ωστόσο, όσο προχωρά σιγά σιγά, ο πολεμιστής συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν δυσκολίες που δεν είχε λάβει υπόψη του. Αν σταματήσει περιμένοντας την ιδανική στιγμή, δε θα ξεφύγει ποτέ από εκείνο το μέρος, είναι απαραίτητη μια ελάχιστη δόση τρέλας για να κάνει το επόμενο βήμα. Κι έτσι ο πολεμιστής χρησιμοποιεί ένα ψίχουλο τρέλας. Επειδή, στον πόλεμο και στον έρωτα, δεν είναι δυνατό να προβλεφτούν όλα. Ο πολεμιστής του φωτός πιστεύει. Επειδή πιστεύει στα θαύματα, τα θαύματα αρχίζουν και συμβαίνουν. Επειδή έχει τη βεβαιότητα πως η σκέψη του μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή, η ζωή του αρχίζει και αλλάζει. Επειδή είναι βέβαιος ότι θα συναντήσει την αγάπη, η αγάπη εμφανίζεται. Από καιρό σε καιρό νιώθει απογοήτευση. Μερικές φορές πονάει. Και τότε ακούει τα σχόλια: <<Πόσο αφελής είναι>> Ο πολεμιστής όμως γνωρίζει πως αξίζει το τίμημα. Για κάθε ήττα, έχει δύο κατακτήσεις προς όφελος του. Ο Πολεμιστής του Φωτός ακούει σχόλια όπως :“Δε θέλω να μιλάω για κάποια πράγματα γιατί οι άνθρωποι είναι φθονεροί”. Όταν το ακούει αυτό, ο πολεμιστής γελάει. Αν δε γίνει αποδεκτός, ο φθόνος δεν μπορεί να προκαλέσει κανένα κακό. Ο φθόνος αποτελεί μέρος της ζωής και είναι απαραίτητο να μάθουν όλοι να τον αντιμετωπίζουν. Κι όμως, σπάνια μιλάει για τα σχέδιά του. Και καμιά φορά οι άλλοι πιστεύουν ότι φοβάται το φθόνο. Ο Πολεμιστής, όμως, γνωρίζει πως κάθε φορά που μιλάει για ένα όνειρο χρησιμοποιεί λίγη απο την ενέργεια αυτού του ονείρου για να εκφραστεί. Και αν το συζητάει πολύ, διατρέχει τον κίνδυνο να σπαταλήσει όλη την απαραίτητη ενέργεια για να δράσει. Ένας Πολεμιστής του Φωτός γνωρίζει τη Δύναμη των Λέξεων…”Ένας πολεμιστής του Φωτός δεν μπορεί πάντα να επιλέξει το πεδίο της μάχης. Καμιά φορά αιφνιδιάζεται, εμπλέκεται σε μάχες που δεν επιθυμούσε. Αλλά είναι μάταιο να το σκάσει, γιατί αυτοί οι πόλεμοι θα τον ακολουθήσουν.Τότε, τη στιγμή κατά την οποία η σύγκρουση είναι σχεδόν αναπόφευκτη, ο πολεμιστής μιλάει με τον αντίπαλο του. Χωρίς να δείξει φόβο ή ανανδρία, προσπαθεί ν’ ανακαλύψει το λόγο που ο άλλος θέλει τη μάχη: τι είναι εκείνο που τον ώθησε ν’ αφήσει τη χώρα του και να αναζητήσει εκείνον για μία μονομαχία. Χωρίς να βγάλει το σπαθί από το θηκάρι του, ο πολεμιστής τον πείθει ότι αυτή η μάχη δεν τον αφορά. Ένας πολεμιστής του Φωτός ακούει αυτό που έχει να του πει ο αντίπαλος. Και πολεμάει μόνο όταν είναι απαραίτητο. Πάντα υπάρχει κάτι που λείπει. Και ο πολεμιστής εκμεταλλεύεται τις στιγμές που ο χρόνος σταματάει, για να οπλιστεί καλύτερα. Ο πολεμιστής του Φωτός δεν γνωρίζει τι σημαίνει σκοτάδι…ή το ονομάζει «φωτεινό παρελθόν»…

Το εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός (Πάουλο Κοέλο)

ʺΠΕΡΙ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣʺ του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου

<<Περί Μυστικής Θεολογίας>> του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, εορτάζοντος την 3η Οκτωβρίου

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Στο ʺΠΕΡΙ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣʺ του Αγίου Διονυσίου αναλύεται η έννοια της Μυστικής ή αποφατικής θεολογίας, η έννοια του θείου γνόφου, της υπέρλαμπρου δηλαδή αυτής μυστικής και ομιχλώδους για τον άνθρωπο έκφρασης του Θείου, τον οποίο ο Διονύσιος αποκαλεί ʺγνόφον αγνωσίαςʺ και της κατά χάριν μετοχής του δημιουργήματος στις ιδιότητες του Δημιουργού.

Κεφάλαιο 1 ‐Ποιος είναι ο θείος γνόφος

1. Τριάς υπερούσια και υπέρθεη και υπεράγαθη, έφορε της θεοσοφίας των Χριστιανών, οδήγησέ μας στην υπεράγνωστη και υπερφώτεινη και ακρότατη κορυφή των μυστικών λογίων. οδήγησέ μας εκεί όπου είναι σκεπασμένα τα απλά και απόλυτα και αμετάβλητα μυστήρια της θεολογίας, στον υπέρφωτο γνόφο της κρυφιόμυστης σιγής, που με το βαθύ του σκοτάδι υπερλάμπει υπερφανέστατα και, μένοντας ανέγγικτος κι αόρατος, γεμίζει με υπέρκαλη λάμψη τους τυφλωμένους νόες. Αυτή την προσευχή είχα να αναπέμψω εγώ. Εσύ δε, αγαπητέ Τιμόθεε, ασχολήσου έντονα με τα μυστικά θεάματα. άφησε τις αισθήσεις και τις νοερές ενέργειες, όλα τα αισθητά και τα νοητά, όλα τα μη όντα και τα όντα, και όσο είναι εφικτό ανυψώσου για να ενωθείς κατά τρόπο ακατάληπτο με αυτόν που είναι επάνω από κάθε ουσία και κάθε γνώση. Διότι, όταν έλθεις σε έκσταση, που θα σε ελευθερώσει τελείως από τον εαυτό σου και από όλα τα πράγματα, όταν αφαιρέσεις τα πάντα καιαπαλλαγείς από τα πάντα, θα αναχθείς στην υπερούσια ακτίνα του θείου σκότους.

2. Πρόσεχε όμως να μην ακούσει κανένας αμύητος αυτά τα μυστικά. Κι εννοώ με τον όρο ʺαμύητοιʺ εκείνους που είναι εμπεπλεγμένοι στα αισθητά όντα και δεν φαντάζονται ότι υπάρχει κάτι υπερούσιο πάνω από τα όντα, αλλά νομίζουν ότι με την γνωστική τους ικανότητα μπορούν να γνωρίσουν αυτόν που έχει ορίσει το σκότος ως κρυψώνα του. Αν τώρα οι θείες μυσταγωγίες είναι επάνω από τις δυνάμεις των αμύητων, τι θα έλεγε κανείς για τους περισσότερο αμύστους, οι οποίοι την υπερκειμένη αιτία των όλων χαρακτηρίζουν με βάση τα χαμηλότερα όντα, κι ισχυρίζονται ότι δεν υπερέχει καθόλου από τα αθεϊστικά και πολύμορφα είδωλα που αυτοί κατασκευάζουν; Η αλήθεια είναι ότι πρέπει από το ένα μέρος νʹ αποδίδωμε σʹ αυτήν καταφατικά όλες τις θέσεις των όντων, σαν αιτία των όλων, κι από το άλλο σωστότερα να τις αποφάσκωμε όλες, με την πεποίθηση ότι υπερβαίνει τα πάντα, και να μη νομίζομε ότι οι απο-φάσεις αντίκενται στις κατα‐φάσεις, αλλά να νομίζομε ότι αυτή πολύ πρωτύτερα υπερβαίνει τις στερήσεις, διότι ευρίσκεται επάνω από κάθε αφαίρεση και θέση.

3. Με αυτή την έννοια λοιπόν λέγει ο θείος Βαρθολομαίος ότι η θεολογία είναι και πολλή και ελαχίστη, και ότι το ευαγγέλιο είναι από το ένα μέρος πλατύ και μεγάλο και από το άλλο συντετριμμένο. Εμένα μου φαίνεται ότι με αυτά τα λόγια εννοούσε υπερφυώς τούτο. ότι η αγαθή αιτία των πάντων είναι πολύλογη και συγχρόνως βραχύλογη και άφωνη, αφού δεν έχει ούτε λόγο ούτε νόηση, διότι υπέρκειται των όλων υπερουσίως και αποκαλύπτεται φανερά κι αληθινά μόνο σʹ εκείνους που ξεπερνούν όλα τα ανόσια και τα καθαρά πράγματα, που υπερβαίνουν κάθε ύψωμα όλων των αγίων κορυφών, που εγκαταλείπουν πίσω τους όλα τα θεία φώτα, όλους τους ουρανίους ήχους και λόγους, για να εισδύσουν στον γνόφο, όπου πραγματικά ευρίσκεται ο επέκεινα των πάντων, όπως λέγουν τα Λόγια. Πραγματικά ο θείος Μωυσής δεν παίρνει απλώς την εντολή να καθαρθεί πρώτα ο ίδιος κι έπειτα να χωρισθεί από τους ακαθάρτους. αλλά έπειτα από την τελεία κάθαρση ακούει τις πολύφωνες σάλπιγγες, βλέπει πολλά φώτα που στέλλουν αστραπτερές και πολύχυτες ακτίνες. Ύστερα χωρίζεται από τους πολλούς και μαζί με τους εγκρίτους ιερείς φθάνει στην κορυφή των θείων αναβάσεων. Κι εν τούτοις εκεί δεν συναντάται με τον ίδιο τον Θεό και δεν βλέπει αυτόν (διότι αυτός είναι αθέατος), αλλά τον τόπο όπου ευρίσκεται αυτός. Τούτο νομίζω ότι σημαίνει ότι τα θεία και κορυφαία από τα οράματα και τα νοήματα είναι σπερματικοί λόγοι των πραγμάτων που είναι υποτεταγμένα στον υπέρτατο όλων, με τους οποίους φανερώνεται η επάνω από κάθε κατάληψη παρουσία των που επιβαίνει στις νοητές κορυφές των αγιοτάτων τόπων του. Τότε ο Μωυσής αποδεσμεύεται και από τα ορώμενα και από τους ορώντας, και εισδύει μέσα στο γνόφο της αγνωσίας, τον πραγματικά μυστικόν, όπου αποκλείει όλες τις γνωστικές αντιλήψεις και φθάνει στο εντελώς ανέγγικτο και αόρατο, παραδίδεται ολόκληρος στο επέκεινα όλων, και δεν ανήκει ούτε στον εαυτό του ούτε σε κανένα άλλον. και, κατόπιν της ανενεργησίας κάθε γνώσεως, ενωμένος σε ανώτερο επίπεδο με τον εντελώς άγνωστο, με το να μη γνωρίζει τίποτε, γνωρίζει πέρα από κάθε νόηση.

Κεφάλαιο 2 ‐Πώς πρέπει να ενωθούμε και νʹ αναπέμψωμε ύμνους στον αίτιο των όλων τον επάνω από όλα

Σʹ αυτόν τον υπέρφωτο γνόφο ευχόμαστε κι εμείς να φθάσωμε, ώστε δια μέσου της αβλεψίας και της αγνωσίας να ιδούμε και να γνωρίσουμε αυτόν που είναι επάνω από κάθε θέα και γνώση, ακριβώς με το μη ιδείν και με το μη γνώναι (διότι τούτο είναι η πραγματική θέα και γνώσις), καινα υμνήσωμε τον υπερούσιο υπερουσίως δια της αφαιρέσεως όλων των όντων, σαν αυτούς που κατασκευάζουν ένα φυσικό άγαλμα. αυτοί αφαιρούν όλα τα πρόσθετα υλικά του αγάλματος που εμποδίζουν την καθαρή θέα της κρυμμένης μορφής και με μόνη αυτή την αφαίρεση επιτρέπουν να φανεί καθαρό το απόκρυφο κάλλος.Πρέπει δε, όπως νομίζω, να υμνήσωμε τις αφαιρέσεις κατά τρόπο αντίστροφο προς τις θέσεις. Πράγματι εκείνες μεν, τις θέσεις, τις εθέταμε, ξεκινώντας από τα πρώτα και κατεβαίνοντας δια των μεσαίων προς τα τελευταία. εδώ όμως αφαιρούμε τα πάντα, πραγματοποιώντας τις αναβάσεις από τα τελευταία προς τα αρχικώτερα, για να γνωρίσου με ακάλυπτη εκείνη την αγνωσία που περικαλύπτεται από το πλήθος των γνώσεων που ευρίσκονται σε όλα στα αισθητά όντα, και για να ιδούμε εκείνον τον υπερούσιο γνόφο που αποκρύπτεται από όλο το φως που ευρίσκεται στα αισθητά όντα.

Κεφάλαιο 3ο ‐Ποιες είναι οι καταφατικές και ποιες οι αποφατικές Θεολογίες

Στις Θεολογικες Υποτυπώσεις υμνήσαμε τα κυριότερα σημεία της καταφατικής Θεολογίας, δηλαδή πώς η θεία και αγαθή φύση αποκαλείται Ενική (ομοούσια) και πώς Τριαδική (τρισυπόστατη). ποιες οι ιδιότητες του Πατρός, ποιες του Υιού. τι θέλει να δηλώσει η θεολογία που εκπορεύεται από το Άγιο Πνεύμα. πώς από τα βάθη του άυλου και αμέριστου Αγαθού (Πατρός) βλάστησαν τα φώτα της αγαθότητος και πώς ο Πατήρ και τα άλλα πρόσωπα καθαυτά και μεταξύ τους παραμένουν παντοτεινά αχώριστα και αμετάβλητα. πώς ο υπερούσιος Ιησούς ουσιώνεται κατά την αληθινή ανθρώπινη φύση. και όσα άλλα υμνούνται στις Θεολογικές Υποτυπώσεις σύμφωνα και με των Γραφών τους λόγους. Στο Περί θείων Ονομάτων περιλαμβάνεται πώς ο Θεός λέγεται αγαθός και ων και ζωή και σοφία και δύναμη και όσα άλλα ανήκουν στη νοητή τάξη των θείων ονομάτων. και στη Συμβολική Θεολογία πώς μεταβαίνουμε από τις ονομασίες των αισθητών σε αυτές των θείων. τι λέμε θείες μορφές, τι θεία σχήματα και μέρη και όργανα, τι θείους τόπους και κόσμους, τι θυμούς και λύπες, τι οργή, τι μέθη και τι κραιπάλη, τι όρκους και τι κατάρες, τι ύπνους και τι εγρηγόρσεις και όσα άλλα αναφέρονται στους συμβολικούς και ιερούς θείους τύπους. Και νομίζω πως κι εσύ θα είδες ότι αυτά τα τελευταία απαιτούν πολύ περισσότερα λόγια από τα πρώτα. γιατί οι Θεολογικές Υποτυπώσεις και η ανάπτυξη των Θείων Ονομάτων είναι συντομότερα από τη Συμβολική θεολογία. Επειδή όσο ψηλότερα ανεβαίνουμε, τόσο οι λόγοι που συνοψίζουν τα νοητά περικόπτονται. όπως ακριβώς και τώρα, όσο εισδύουμε στον υπέρθεο γνόφο, όχι μόνο λιγόλογοι γινόμαστε, αλλά χάνουμε εντελώς τη μιλιά μας και το νου μας. Και ενώ εκεί ‐ σε εκείνες τις συγγραφές ‐ ο λόγος όσο κατερχόταν από τα υψηλά στα χαμηλότερα τόσο και πλήθαινε, τώρα, που από κάτω υψώνεται και ανέρχεται, όσο προχωρεί η άνοδος συστέλλεται και στο τέλος της ανόδου σιγά και ολόκληρος ενώνεται με τον Άλεκτο. Γιατί όμως λέμε ότι στις καταβάσεις (καταφατική οδός) αρχίζουμε από τα πρώτα ενώ στις αφαιρέσεις (αποφατική οδός) αρχίζουμε από τατελευταία;

Επειδή μιλώντας καταφατικά και με ορισμούς δεν μπορούμε να ορίσουμε Εκείνο που ξεπερνά κάθε ορισμό παρά μιλώντας για τα συγγενικά με αυτό και τα πλησιέστερα. Για παράδειγμα: η ζωή και η αγαθότητα δεν είναι πλησιέστερα απʹ ότι ο αέρας και το λιθάρι; Όταν πάλι μιλούμε αποφατικά, για να μιλήσουμε γιʹ Αυτό που ξεπερνά κάθε αφαίρεση, αρχίζουμε τις αφαιρέσεις από τα πιο μακρινά και άσχετα. Για παράδειγμα: πιο μακρινό και άσχετο δεν είναι να πούμε ότι δεν μεθάει και δεν οργίζεται απʹ όσο να πούμε ότι δεν λέγεται και δεν νοείται;

Κεφάλαιο 4‐ Ότι δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αισθητά ο καθʹ υπεροχήν αίτιος κάθε αισθητού

Λέμε λοιπόν ότι η αιτία των πάντων, που είναι επάνω απʹ όλα, δεν είναι ούτε χωρίς ουσία, ούτε χωρίς ζωή, ούτε άλογη, ούτε χωρίς νου, ούτε σώμα είναι, ούτε σχήμα, ούτε είδος, ούτε ποιότητα ή ποσότητα ή όγκος. ούτε σε τόπο είναι ούτε βλέπεται, ούτε έρχεται σε επαφή, ούτε αισθάνεται, ούτε είναι αισθητή, ούτε οδηγείται σε σύγχυση και ταραχή εξαιτίας ενόχλησης υλικών παθών, ούτε είναι αδύναμη υποκύπτοντας σε πάθη των αισθήσεων, ούτε στερείται φωτός. Επίσης δεν υπόκειται σε αλλοίωση ή φθορά ή μερισμό ή στέρηση ή ροή ή σε κάτι άλλο αισθητό, ούτε είναι κάτι από αυτά.

Κεφάλαιο 5 ‐Ότι δέν συγκαταλέγεται στά νοητά ο καθʹ υπεροχή αίτιος κάθε νοητού

Ανεβαίνοντας ακόμη περισσότερο λέμε ότι ο αίτιος των πάντων δεν είναι ούτε ψυχή ούτε νους, ότι δεν έχει φαντασία ή γνώμη, ή λόγο ή νόηση, ούτε λόγος είναι ούτε νόηση, ούτε λέγεται ούτε νοείται. ούτε αριθμός είναι, ούτε τάξις, ούτε μέγεθος ούτε μικρότης, ούτε ισότης ούτε ανισότης, ούτε ομοιότης ή ανομοιότης. ούτε στέκεται ούτε κινείται ούτε ησυχάζει, ούτε δύναμη έχει ούτε δύναμις είναι, ούτε φως, ούτε ζει, ούτε ζωή είναι, ούτε ουσία είναι, ούτε αιών, ούτε χρόνος. ούτε υφίσταται νοητή επαφή μαζί του, ούτε επιστήμη, ούτε αλήθεια είναι, ούτε βασιλεία, ούτε σοφία. ούτε ένα είναι, ούτε ενότης, ούτε θεότης ή αγαθότης, ούτε πνεύμα είναι κατά τα μέτρα της γνωστικής ικανότητός μας, ούτε υιότης ούτε πατρότης ούτε τίποτε άλλο από τα γνωστά σʹ εμάς ή σε κάποιο άλλο ον. δεν είναι κάποιο από τα μη όντα. ούτε κάποιο από τα όντα, ούτε τα όντα γνωρίζουν αυτή καθʹ εαυτήν ούτε αυτή γνωρίζει τα όντα αυτά καθʹ εαυτά. ούτε λόγος υπάρχει γιʹ αυτή ούτε όνομα ούτε γνώσις, ούτε σκότος είναι ούτε φως, ούτε πλάνη ούτε αλήθεια. ούτε θέσις της υπάρχει καθόλου, ούτε αφαίρεσις, αλλά ακόμη και όταν δεχόμαστε τις θέσεις και τις αφαιρέσεις των πραγμάτων που είναι παρακάτω από αυτήν, αυτήν την ίδια ούτε τη θέτομε ούτε την αφαιρούμε. διότι η τελεία και ενιαία αιτία των πάντων είναι επάνω από κάθε θέση και η υπεροχή εκείνου που είναι απηλλαγμένος από όλα γενικώς τα πράγματα κι ευρίσκεται επέκεινα των όλων είναι επάνω από κάθε αφαίρεση.

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

1. Τριὰς ὑπερούσιε καὶ ὑπέρθεε καὶ ὑπεράγαθε, τῆς Χριστιανῶν ἔφορε θεοσοφίας, ἴθυνον ἡμᾶς ἐπὶ τὴν τῶν μυστικῶν λογίων ὑπεράγνωστον καὶ ὑπερφαῆ καὶ ἀκροτάτην κορυφήν∙ ἔνθα τὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπόλυτα καὶ ἄτρεπτα τῆς θεολογίας μυστήρια κατὰ τὸν ὑπέρφωτον ἐγκεκάλυπται τῆς κρυφιομύστου σιγῆς γνόφον, ἐν τῷ σκοτεινοτάτῳ τὸ ὑπερφανέστατον ὑπερλάμποντα καὶ ἐν τῷ πάμπαν ἀναφεῖ καὶ ἀοράτῳ τῶν ὑπερκάλων ἀγλαϊῶν ὑπερπληροῦντα τοὺς ἀνομμάτους νόας. Ἐμοὶ μὲν οὖν ταῦτα ηὔχθω∙ σὺ δέ, ὦ φίλε Τιμόθεε, τῇ περὶ τὰ μυστικὰ θεάματα συντόνῳ διατριβῇ καὶ τὰς αἰσθήσεις ἀπόλειπε καὶ τὰς νοερὰς ἐνεργείας καὶ πάντα αἰσθητὰ καὶ νοητὰ καὶ πάντα οὐκ ὄντα καὶ ὄντα καὶ πρὸς τὴν ἕνωσιν, ὡς ἐφικτόν, ἀγνώστως ἀνατάθητι τοῦ ὑπὲρ πᾶσαν οὐσίαν καὶ γνῶσιν∙ τῇ γὰρ ἑαυτοῦ καὶ πάντων ἀσχέτῳ καὶ ἀπολύτῳ καθαρῶς ἐκστάσει πρὸς τὸν ὑπερούσιον τοῦ θείου σκότους ἀκτῖνα, πάντα ἀφελὼν καὶ ἐκ πάντων ἀπολυθείς, ἀναχθήσῃ.

2. Τούτων δὲ ὅρα, ὅπως μηδεὶς τῶν ἀμυήτων ἐπακούσῃ∙ τούτους δέφημι τοὺς ἐν τοῖς οὖσιν ἐνισχημένους καὶ οὐδὲν ὑπὲρ τὰ ὄνταὑπερουσίως εἶναι φανταζομένους, ἀλλʹ οἰομένους εἰδέναι τῇ καθʹαὑτοὺς γνώσει τὸν θέμενον «σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ». Eἰ δὲ ὑπὲρτούτους εἰσὶν αἱ θεῖαι μυσταγωγίαι, τί ἄν τις φαίη περὶ τῶν μᾶλλονἀμύστων, ὅσοι τὴν πάντων ὑπερκειμένην αἰτίαν καὶ ἐκ τῶν ἐν τοῖςοὖσιν ἐσχάτων χαρακτη ρίζουσιν καὶ οὐδὲν αὐτὴν ὑπερέχειν φασὶτῶν πλαττομένων αὐτοῖς ἀθέων καὶ πολυειδῶν μορφωμάτων; Δέον ἐπʹαὐτῇ καὶ πάσας τὰς τῶν ὄντων τιθέναι καὶ καταφάσκειν θέσεις, ὡςπάντων αἰτίᾳ, καὶ πάσας αὐτὰς κυριώτερον ἀποφάσκειν, ὡς ὑπὲρπάντα ὑπερούσῃ, καὶ μὴ οἴεσθαι τὰς ἀποφάσεις ἀντικειμένας εἶναιταῖς καταφάσεσιν, ἀλλὰ πολὺ πρότερον αὐτὴν ὑπὲρ τὰς στερήσειςεἶναι τὴν ὑπὲρ πᾶσαν καὶ ἀφαίρεσιν καὶ θέσιν.3. Oὕτω γοῦν ὁ θεῖος Βαρθολομαῖός φησι καὶ πολλὴν τὴν θεολογίανεἶναι καὶ ἐλαχίστην καὶ τὸ Eὐαγγέλιον πλατὺ καὶ μέγα καὶ αὖθις συντετμημένον, ἐμοὶ δοκεῖν ἐκεῖνο ὑπερφυῶς ἐννοήσας, ὅτι καὶπολύλογός ἐστιν ἡ ἀγαθὴ πάντων αἰτία καὶ βραχύλεκτος ἅμα καὶἄλογος, ὡς οὔτε λόγον οὔτε νόησιν ἔχουσα, διὰ τὸ πάντων αὐτὴνὑπερουσίως ὑπερκει μένην εἶναι καὶ μόνοις ἀπερικαλύπτως καὶἀληθῶς ἐκφαινομένην τοῖς καὶ τὰ ἐναγῆ πάντα καὶ τὰ καθαρὰδιαβαίνουσι καὶ πᾶσαν πασῶν ἁγίων ἀκροτήτων ἀνάβασινὑπερβαίνουσι καὶ πάντα τὰ θεῖα φῶτα καὶ ἤχους καὶ λόγουςοὐρανίους ἀπολιμπάνουσι καὶ «εἰς τὸν γνόφον» εἰσδυομένοις, «οὗ»ὄντως ἐστίν, ὡς τὰ λόγιά φησιν, ὁ πάντων ἐπέκεινα. Καὶ γὰρ οὐχἁπλῶς ὁ θεῖος Μωϋσῆς ἀποκαθαρθῆναι πρῶτον αὐτὸς κελεύεται καὶαὖθις τῶν μὴ τοιούτων ἀφορισθῆναι καὶ μετὰ πᾶσαν ἀποκάθαρσινἀκούει τῶν πολυφώνων σαλπίγγων καὶ ὁρᾷ φῶτα πολλὰ καθαρὰςἀπαστράπτοντα καὶ πολυχύτους ἀκτῖνας∙ εἶτα τῶν πολλῶνἀφορίζεται καὶ μετὰ τῶν ἐκκρίτων ἱερέων ἐπὶ τὴν ἀκρότητα τῶνθείων ἀναβάσεων φθάνει. Κἀν τούτοις αὐτῷ μὲν οὐ συγγίνεται τῷ θεῷ,θεωρεῖ δὲ οὐκ αὐτόν (ἀθέατος γάρ), ἀλλὰ τὸν τόπον, οὗ ἔστη. (Τοῦτοδὲ οἶμαι σημαίνειν τὸ τὰ θειότατα καὶ ἀκρότατα τῶν ὁρωμένων καὶνοουμένων ὑποθετικούς τινας εἶναι λόγους τῶν ὑποβεβλημένων τῷπάντα ὑπερέχοντι, διʹ ὧν ἡ ὑπὲρ πᾶσαν ἐπίνοιαν αὐτοῦ παρουσίαδείκνυται ταῖς νοηταῖς ἀκρότησι τῶν ἁγιω τάτων αὐτοῦ τόπωνἐπιβατεύουσα). Καὶ τότε καὶ αὐτῶν ἀπολύεται τῶν ὁρωμένων καὶ τῶνὁρώντων καὶ εἰς τὸν γνόφον τῆς ἀγνωσίας εἰσδύνει τὸν ὄντωςμυστικόν, καθʹ ὃν ἀπομύει πάσας τὰς γνωστικὰς ἀντιλήψεις, καὶ ἐντῷ πάμπαν ἀναφεῖ καὶ ἀοράτῳ γίγνεται, πᾶς ὢν τοῦ πάντων ἐπέκεινακαὶ οὐῥῥδενός, οὔτε ἑαυτοῦ οὔτε ἑτέρου, τῷ παντελῶς δὲ ἀγνώστῳ τῇπάσης γνώσεως ἀνενεργησίᾳ κατὰ τὸ κρεῖττον ἑνούμενος καὶ τῷμηδὲν γινώσκειν ὑπὲρ νοῦν γινώσκων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Κατὰ τοῦτον ἡμεῖς γενέσθαι τὸν ὑπέρφωτον εὐχόμεθα γνόφον καὶ διʹἀβλεψίας καὶ ἀγνωσίας ἰδεῖν καὶ γνῶναι τὸν ὑπὲρ θέαν καὶ γνῶσιναὐτῷ τῷ μὴ ἰδεῖν μηδὲ γνῶναι–τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὄντως ἰδεῖν καὶγνῶναι –καὶ τὸν ὑπερούσιον ὑπερουσίως ὑμνῆσαι διὰ τῆς πάντων τῶνὄντων ἀφαιρέσεως, ὥσπερ οἱ αὐτοφυὲς ἄγαλμα ποιοῦντες ἐξαιροῦντεςπάντα τὰ ἐπιπροσθοῦντα τῇ καθαρᾷ τοῦ κρυφίου θέᾳ κωλύματα καὶαὐτὸ ἐφʹ ἑαυτοῦ τῇ ἀφαιρέσει μόνῃ τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀναφαίνοντεςκάλλος. Χρὴ δέ, ὡς οἶμαι, τὰς ἀφαιρέσεις ἐναντίως ταῖς θέσεσινὑμνῆσαι∙ καὶ γὰρ ἐκείνας μὲν ἀπὸ τῶν πρωτίστων ἀρχόμενοι καὶ διὰμέσων ἐπὶ τὰ ἔσχατα κατιόντες ἐτίθεμεν∙ ἐνταῦθα δὲ ἀπὸ τῶνἐσχάτων ἐπὶ τὰ ἀρχικώτατα τὰς γνῶμεν ἐκείνην τὴν ἀγνωσίαν τὴνὑπὸ πάντων τῶν γνωστῶν ἐν πᾶσι τοῖς οὖσι περικεκαλυμμένην καὶτὸν ὑπερούσιον ἐκεῖνον ἴδωμεν γνόφον τὸν ὑπὸ παντὸς τοῦ ἐν τοῖςοὖσι φωτὸς ἀποκρυπτόμενον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Ἐν μὲν οὖν ταῖς Θεολογικαῖς Ὑποτυπώσεσι τὰ κυριώτατα τῆς καταφατικῆς θεολογίας ὑμνήσαμεν, πῶς ἡ θεία καὶ ἀγαθὴ φύσις ἑνικὴλέγεται, πῶς τριαδική∙ τίς ἡ κατʹ αὐτὴν λεγομένη πατρότης τε καὶυἱότης∙ τί βούλεται δηλοῦν ἡ τοῦ πνεύματος θεολογία∙ πῶς ἐκ τοῦἀΰλου καὶ ἀμεροῦς ἀγαθοῦ τὰ ἐγκάρδια τῆς ἀγαθότητος ἐξέφυ φῶτακαὶ τῆς ἐν αὐτῷ καὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐν ἀλλήλοις συναϊδίου τῇἀναβλαστήσει μονῆς ἀπομεμένηκεν ἀνεκφοίτητα∙ πῶς ὁ ὑπερούσιοςἸησοῦς ἀνθρωποφυϊκαῖς ἀληθείαις οὐσίωται καὶ ὅσα ἄλλα πρὸς τῶνλογίων ἐκπεφασμένα κατὰ τὰς Θεολογικὰς Ὑποτυπώσεις ὕμνηται.Ἐν δὲ τῷ Περὶ Θείων Ὀνομάτων, πῶς ἀγαθὸς ὀνομάζεται, πῶς ὤν, πῶςζωὴ καὶ σοφία καὶ δύναμις καὶ ὅσα ἄλλα τῆς νοητῆς ἐστι θεωνυμίας.Ἐν δὲ τῇ Συμβολικῇ Θεολογίᾳ, τίνες αἱ ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν ἐπὶ τὰ θεῖαμετωνυμίαι, τίνες αἱ θεῖαι μορφαί, τίνα τὰ θεῖα σχήματα καὶ μέρη καὶὄργανα, τίνες οἱ θεῖοι τόποι καὶ κόσμοι, τίνες οἱ θυμοί, τίνες αἱ λῦπαικαὶ αἱ μήνιδες, τίνες αἱ μέθαι καὶ αἱ κραιπάλαι, τίνες οἱ ὅρκοι καὶ τίνεςαἱ ἀραί, τίνες οἱ ὕπνοι καὶ τίνες αἱ ἐγρηγόρσεις καὶ ὅσαι ἄλλαι τῆςσυμβολικῆς εἰσι θεοτυπίας ἱερόπλαστοι μορφώσεις. Καί σε οἴομαισυνεωρακέναι, πῶς πολυλογώτερα μᾶλλόν ἐστι τὰ ἔσχατα τῶνπρώτων∙ καὶ γὰρ ἐχρῆν τὰς Θεολογικὰς Ὑποτυπώσεις καὶ τὴν τῶνΘείων Ὀνομάτων ἀνάπτυξιν βραχυλογώτερα εἶναι τῆς Συμ βολικῆςΘεολογίας. Ἐπείπερ ὅσῳ πρὸς τὸ ἄναντες ἀνανεύομεν, τοσοῦτον οἱλόγοι ταῖς συνόψεσι τῶν νοητῶν περιστέλλονται∙ καθάπερ καὶ νῦν εἰςτὸν ὑπὲρ νοῦν εἰσδύνοντες γνόφον οὐ βραχυλογίαν, ἀλλʹ ἀλογίανπαντελῆ καὶ ἀνοησίαν εὑρήσομεν. Κἀκεῖ μὲν ἀπὸ τοῦ ἄνω πρὸς τὰἔσχατα κατιὼν ὁ λόγος κατὰ τὸ ποσὸν τῆς καθόδου πρὸς ἀνάλογονπλῆθος ηὐρύνετο∙ νῦν δὲ ἀπὸ τῶν κάτω πρὸς τὸ ὑπερκείμενον ἀνιὼνκατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνόδου συστέλλεται καὶ μετὰ πᾶσαν ἄνοδον ὅλωςἄφωνος ἔσται καὶ ὅλως ἑνωθήσεται τῷ ἀφθέγκτῳ. Διὰ τί δὲ ὅλως, φῄς,ἀπὸ τοῦ πρωτίστου θέμενοι τὰς θείας θέσεις ἀπὸ τῶν ἐσχάτωνἀρχόμεθα τῆς θείας ἀφαιρέσεως; Ὅτι τὸ ὑπὲρ πᾶσαν τιθέντας θέσινἀπὸ τοῦ μᾶλλον αὐτῷ συγγενεστέρου τὴν ὑποθετικὴν κατάφασινἐχρῆν τιθέναι∙ τὸ δὲ ὑπὲρ πᾶσαν ἀφαίρεσιν ἀφαιροῦντας ἀπὸ τῶνμᾶλλον αὐτοῦ διεστηκότων ἀφαιρεῖν. Ἢ οὐχὶ μᾶλλόν ἐστι ζωὴ καὶἀγαθότης ἢ ἀὴρ καὶ λίθος; Καὶ μᾶλλον οὐ κραιπαλᾷ καὶ οὐ μηνιᾷ ἢοὐ λέγεται οὐδὲ νοεῖται;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Λέγομεν οὖν, ὡς ἡ πάντων αἰτία καὶ ὑπὲρ πάντα οὖσα οὔτε ἀνούσιόςἐστιν οὔτε ἄζωος, οὔτε ἄλογος οὔτε ἄνους∙ οὐδὲ σῶμά ἐστιν οὔτεσχῆμα, οὔτε εἶδος οὔτε ποιότητα ἢ ποσότητα ἢ ὄγκον ἔχει∙ οὐδὲ ἐντόπῳ ἐστὶν οὔτε ὁρᾶται οὔτε ἐπαφὴν αἰσθητὴν ἔχει∙ οὐδὲ αἰσθάνεταιοὔτε αἰσθητή ἐστιν∙ οὐδὲ ἀταξίαν ἔχει καὶ ταραχήν, ὑπὸ παθῶνὑλικῶν ἐνοχλουμένη, οὔτε ἀδύναμός ἐστιν, αἰσθητοῖς ὑποκειμένησυμπτώμασιν, οὔτε ἐν ἐνδείᾳ ἐστὶ φωτός∙ οὐδὲ ἀλλοίωσιν ἢ φθορὰν ἢμερισμὸν ἢ στέρησιν ἢ ∙εῦσιν οὔτε ἄλλο τι τῶν αἰσθητῶν οὔτε ἐστὶνοὔτε ἔχει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Aὖθις δὲ ἀνιόντες λέγομεν, ὡς οὔτε ψυχή ἐστιν οὔτε νοῦς, οὔτε φαντασίαν ἢ δόξαν ἢ λόγον ἢ νόησιν ἔχει∙ οὐδὲ λόγος ἐστὶν οὔτε νόησις,οὔτε λέγεται οὔτε νοεῖται∙ οὔτε ἀριθμός ἐστιν οὔτε τάξις, οὔτε μέγεθοςοὔτε σμικρότης, οὔτε ἰσότης οὔτε ἀνισότης, οὔτε ὁμοιότης ἢἀνομοιότης∙ οὔτε ἕστηκεν οὔτε κινεῖται οὔτε ἡσυχίαν ἄγει∙ οὐδὲ ἔχειδύναμιν οὔτε δύναμίς ἐστιν οὔτε φῶς∙ οὔτε ζῇ οὔτε ζωή ἐστιν∙ οὔτεοὐσία ἐστὶν οὔτε αἰὼν οὔτε χρόνος∙ οὐδὲ ἐπαφή ἐστιν αὐτῆς νοητὴοὔτε ἐπιστήμη, οὔτε ἀλήθειά ἐστιν οὔτε βασιλεία οὔτε σοφία, οὔτε ἓνοὔτε ἑνότης, οὔτε θεότης ἢ ἀγαθότης∙ οὐδὲ πνεῦμά ἐστιν, ὡς ἡμᾶςεἰδέναι, οὔτε υἱότης οὔτε πατρότης οὔτε ἄλλο τι τῶν ἡμῖν ἢ ἄλλῳ τινὶτῶν ὄντων συνεγνωσμένων∙ οὐδέ τι τῶν οὐκ ὄντων, οὐδέ τι τῶν ὄντωνἐστίν, οὔτε τὰ ὄντα αὐτὴν γινώσκει, ᾗ αὐτή ἐστιν, οὔτε αὐτὴ γινώσκειτὰ ὄντα, ᾗ ὄντα ἐστίν∙ οὔτε λόγος αὐτῆς ἐστιν οὔτε ὄνομα οὔτεγνῶσις∙ οὔτε σκότος ἐστὶν οὔτε φῶς, οὔτε πλάνη οὔτε ἀλήθεια∙ οὔτεἐστὶν αὐτῆς καθόλου θέσις οὔτε ἀφαίρεσις, ἀλλὰ τῶν μετʹ αὐτὴν τὰςθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις ποιοῦντες αὐτὴν οὔτε τίθεμεν οὔτε ἀφαιροῦμεν,ἐπεὶ καὶ ὑπὲρ πᾶσαν θέσιν ἐστὶν ἡ παντελὴς καὶ ἑνιαία τῶν πάντωναἰτία καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἀφαίρεσιν ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πάντων ἁπλῶςἀπολελυμένου καὶ ἐπέκεινα τῶν ὅλων.

Στίχοι 27-31 από τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Βουλεύου δὲ πρὸ ἔργου, ὅπως μὴ μῶρα πέληται

Δειλοῦ τοι πρήσσειν τε λέγειν τ᾿ ἀνόητα πρὸς ἀνδρός.

᾿Αλλὰ τάδ᾿ ἐκτελέειν, ἅ σε μὴ μετέπειτ ἀνιήσῃ.

Πρῆσσε δὲ μηδὲν τῶν μὴ ᾿πίστασαι, ἀλλὰ διδάσκευ ῞Οσσα χρεών,

καὶ τερπνότατον βίον ὧδε διάξεις.

Μετάφραση:

Να σκέπτεσαι πριν κάνεις κάτι, για να μην ενεργείς ανόητα.

Είναι δυστυχής εκείνος που ενεργεί και λέγει ανόητα.

Αλλά να κάνεις εκείνα, που δε θα σου φέρουν αργότερα λύπη.

Να μη κάνεις τίποτε από εκείνα που αγνοείς, αλλά να διδάσκεσαι όσα έχεις καθήκον να γνωρίζεις.

Και έτσι θα ζήσεις βίο ευτυχισμένο.

Κυριάκος Κόκκινος – Δικηγόρος – Διαπραγματευτής – Coach

Πρόεδρος Κίνησης Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ

Αντιπρόεδρος Συνδέσμου Ελλήνων Βατραχανθρώπων

Στίχοι 21-26 από τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός

«Πολλοί δι’ ανθρώποισι λόγοι δειλοί τε και εσθλοί προσπίπτουσ’,

ων μήτ’ εκπλήσσεο μήτ’ άρ’ εάσης είργεσθαι σαυτόν,

ψεύδος δ’ ήν περ τι λέγηται πράως έχε,

ο δε τοι ερέω επί παντί τελείσθω·

μηδείς μήτε λόγω σε παρείπη μήτε τι έργω πρήξαι μηδ’ ειπείν,

ότι τοι μη βέλτερον εστί.

Μετάφραση:

Πολλοί ανάμεσα στους ανθρώπους προφέρονται λόγοι, άλλοι καλοί και άλλοι κακοί.

Ούτε να τους δέχεσαι με θαυμασμό, ούτε να τους απορρίπτεις.

Αν λέγεται κάτι ψευδές, εσύ να το ακούς με πραότητα.

Τούτο σου λέγω και να το εφαρμόζεις σε κάθε περίσταση:

Κανείς ποτέ να μη σε παρασύρει, ούτε με λόγια, ούτε με έργα, κάτι να πράξεις ή κάτι να πεις,

που δεν είναι το βέλτιστο.

Κυριάκος Κόκκινος – Δικηγόρος – Διαπραγματευτής – Coach

Πρόεδρος Κίνησης Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ

Αντιπρόεδρος Συνδέσμου Ελλήνων Βατραχανθρώπων

Στίχοι 13-20 από τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα

Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο που λέει "Ισότητα Δικαιοσύνη"

«Είτα δικαιοσύνην ασκείν έργω τε λόγω τε, μήδ’ αλογίστως σαυτόν έχειν περί μηδέν έθιζε, αλλά γνώθι μεν ως θανέειν πέπρωται άπασιν, χρήματα δ’ άλλοτε μεν κτάσθαι φιλεί, άλλοτ’ ολέσθαι. Όσα δε δαιμονίαισι τύχαις βροτοί άλγε’ έχουσιν ών αν μοίραν έχης, ταύτην φέρε μηδ’ αγανάκτει, ιάσθαι δε πρέπει καθ’ όσον δύνη· ώδε δε φράζευ· ου πάνυ τοις αγαθοίς τούτων πολύ μοίρα δίδωσιν».

Μετάφραση:

Τη δικαιοσύνη να ασκείς με έργα και με λόγια και συνήθιζε, σε καμιά περίσταση, να μη φέρεσαι ασυλλόγιστα.Γνώριζε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι πεπρωμένο να πεθάνουν και τα χρήματα άλλοτε τ’ αποκτούν κι άλλοτε τα χάνουν. Από τα κακά που συμβαίνουν στους ανθρώπους, προερχόμενα από τους θεούς, όσα στη μοίρα σου πέφτουν, να τα υποφέρεις χωρίς ν’ αγανακτείς. Και όσο μπορείς να τα γιατρεύεις. Και να λες: Η μοίρα δε δίνει βέβαια το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτά στους αγαθούς.

Κυριάκος Κόκκινος – Δικηγόρος – Διαπραγματευτής – Coach

Πρόεδρος Κίνησης Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ

Αντιπρόεδρος Συνδέσμου Ελλήνων Βατραχανθρώπων

Στίχοι 9-12 από τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

<<Ταύτα μεν ούτω ίσθι, κρατείν δ’ ειθίζεο τώνδε· γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείης τε και θυμού· πρήξης δ’ εισχρόν ποτέ μήτε μετ’ άλλου μήτ’ ιδίη· πάντων δε μάλιστ’ αισχύνεο σαυτόν>>.

<<Αυτά μεν, μάθε τα έτσι. Συνήθιζε δε να κυριαρχείς επάνω στα ακόλουθα. Στην κοιλιά και στον ύπνο, στη λαγνεία και στο θυμό. Ποτέ να μη κάνεις κάτι αισχρό, ούτε μαζί με άλλους, ούτε μοναχός. Απ’ όλους πιο πολύ, τον εαυτό σου να ντρέπεσαι>>.

Κυριάκος Κόκκινος-ΔικηγόροςΔιαπραγματευτής-Coach-Πρόεδρος Κίνησης Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ-Αντιπρόεδρος Συνδέσμου Ελλήνων Βατραχανθρώπων

Στίχοι 1 ως 8 από τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα

Η εικόνα ίσως περιέχει: νύχτα

Τα χρυσά έπη του Πυθαγόρα, είναι εβδομήντα ένας στίχοι, γραμμένοι σε δακτυλικό εξάμετρο – δηλαδή το ποιητικό μέτρο του Ομήρου, καθώς και άλλων φιλοσόφων, όπως ο Εμπεδοκλής και ο Παρμενίδης.

Συνιστούν μία σύντομη εισαγωγή στον τρόπο ζωής των Πυθαγορείων. Είναι άγνωστο ποίος έγραψε τα Χρυσά Έπη. Σίγουρα είναι Πυθαγόρεια, αλλά δεν μπορούμε να δεχθούμε πως τα έγραψε ο ίδιος ο Πυθαγόρας, καθότι γνωρίζομε πως δεν άφησε κανένα γραπτό κείμενο. Απλά εντάσσονται στην παράδοση των Πυθαγορείων. Αυτή τη θέση έχει κρατήσει ο Ιάμβλιχος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Ιεροκλής, ο Πρόκλος και ο Σιμπλίκιος.

Σύμφωνα με τον σχολιασμό του Ιεροκλέους, τα εν λόγω Έπη λέγονται «Χρυσά» για να επισημανθεί ότι “περιέχουν την τελειότατη στοιχείωση της φιλοσοφίας των Πυθαγορείων«. Ο χρυσός, σύμφωνα πάντα με τον Ιεροκλή, είναι μέταλλο καθαρότατο και ανώτερο από τα υπόλοιπα, διότι δεν οξειδώνεται, ενώ τα υπόλοιπα αλλοιώνονται, καθώς προσμειγνύονται με ξένα και γήινα συστατικά.

Το ποίημα μπορεί να χωριστεί σε δύο ενότητες.

Η πρώτη, 1ος στίχος ως 49α στίχος, περιέχει τα πρώτα αναγκαία βήματα της πνευματικής ζωής, την κάθαρση από σωματικά και ψυχικά πάθη και την ηθική τελείωση.

Η δεύτερη, 49β στίχος ως 71στίχος, περιέχει υποσχέσεις και υποδεικνύει τους έσχατους σκοπούς.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη δομή του ποιήματος, μπορούμε να πούμε ότι μας λέει πως, αν κάνουμε αυτό που μας προτρέπει στο πρώτο μέρος, τότε θα έχουμε τα πλεονεκτήματα που μας υπόσχεται στο δεύτερο.

Το βασικό θέμα των Χρυσών Επών, είναι η βαθιά γνώση.

Στην πρώτη ενότητα τίθεται σε επίπεδο ηθικό, ενώ στη δεύτερη σε επίπεδο μεταφυσικό. Όταν κάποιος κατορθώσει να αποκτήσει τη βαθιά γνώση, η ηθική και η μεταφυσική συνάπτονται μαζί και γίνονται ένα. Αυτός είναι ο καρπός της φιλοσοφίας. Κατά τη φάση αυτή, σύμφωνα με τους δύο τελευταίους στίχους, στίχος 70 και 71, των Χρυσών Επών, ο άνθρωπος, αφού εγκαταλείψει το σώμα του, μετέρχεται στον ελεύθερο αιθέρα, γίνεται αθάνατος, Θεός άμβροτος και δεν είναι πια θνητός.

Στίχοι 1-8

Το Αρχαίο κείμενο και η Μετάφραση

<<Ἀθανάτους μὲν πρῶτα θεούς, νόμωι ὡς διάκεινται, τίμα καὶ σέβου ὅρκον. ἔπειθ’ ἥρωας ἀγαυούς τούς τε καταχθονίους σέβε δαίμονας ἔννομα ῥέζων σούς τε γονεῖς τίμα τούς τ’ ἄγχιστ’ ἐγγεγαῶτας. τῶν δ’ ἄλλων ἀρετῆι ποιεῦ φίλον ὅστις ἄριστος.Πραέσι εἶκε λόγοις, ἔργοισί τ᾿ ἐπωφελίμοισι,Μηδ᾿ ἔχθαιρε φίλον σὸν ἀμαρτάδος εἴνεκα μικρῆς,῎Οφρα δύνῃ. Δύναμις γὰρ ἀνάγκης ἐγγύθι ναίει>>.

<<Να τιμάς πρώτα, τους αθάνατους θεούς, όπως ορίζει ο νόμος, και να σέβεσαι τον όρκο [κι] έπειτα, τους ένδοξους ήρωες, και να σέβεσαι τους καταχθόνιους δαίμονες, κάνοντας τα νόμιμα, και να τιμάς τους γονείς [σου] και τους κοντινότερους συγγενείς [σου], από τους άλλους δε, να κάνεις φίλο, όποιον είναι άριστος στην αρετή.Να προτιμάς τα λόγια της πραότητας και τα έργα τα επωφελή.Ούτε να εχθρεύεσαι τον φίλο σου ένεκα μικρής αστοχίας, εφόσον μπορείς, διότι η δύναμη κοντά στην ανάγκη κατοικεί>>.

Σημ. Η φωτογραφία «Το Χέρι του Θεού» εμφανίστηκε στον ουρανό

Θεία παρέμβαση ή αριστούργημα της φύσης;

Η ασυνήθιστη φωτογραφία από το Διάστημα έχει πάρει την ονομασία «Το Χέρι του Θεού» και προκαλεί ανατριχίλες και αλλόκοτα συναισθήματα σχεδόν στους πάντες. Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά ένα νέφος από σκόνη και αέρια-τα απομεινάρια του θανάτου ενός άστρου, αφότου έγινε σούπερνοβα. Με λίγη φαντασία όμως, μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο χέρι που εκτοξεύει μια γαλάζια σφαίρα φωτός, ενώ στα ακροδάχτυλά του χορεύουν κόκκινες φλόγες. Δεν γνωρίζουμε αν το σχήμα χεριού είναι οπτική ψευδαίσθηση, αναφέρουν οι επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά-οι άνθρωποι από αρχαιοτάτων χρόνων αρέσκονταν στο να πλάθουν με τη φαντασία τους τους διάφορους αστερισμούς στο στερέωμα. Πλέον, με την προσθήκη της τεχνολογίας, ο πειρασμός αυτός παραμένει ισχυρότερος από ποτέ. Άλλωστε, σε ένα άπειρο σύμπαν, οι πιθανότητες κάποιοι σχηματισμοί να θυμίζουν έστω αμυδρά οικεία μας σχήματα, είναι πολύ υψηλές. Το φαινόμενο παρατηρείται και στα σύννεφα που «παίρνουν» διαφορετικές μορφές και έχει όνομα: παρειδωλία .Η συγκεκριμένη εικόνα έχει ληφθεί με τηλεσκόπιο ακτίνων Χ, συνεπώς είναι αόρατη στο γυμνό μάτι. Οι ακτίνες Χ υψηλής ενέργειας που εκτοξεύονται από τον επιθανάτιο ρόγχο των άστρων, εμφανίζονται να έχουν μπλε χρωματισμό, όπως στην εν λόγω εικόνα. Οι πράσινοι και κόκκινοι χρωματισμοί ελήφθησαν σε ξεχωριστές λήψεις και αντιστοιχούν σε ακτίνες Χ χαμηλότερης ενέργειας. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα πάλσαρ, έναν αστέρα νετρονίων με ισχυρό μαγνητικό πεδίο που περιστρέφεται με μεγάλη ταχύτητα γύρω από τον άξονά του, μαζί με ένα νεφέλωμα.Ο πυρήνας του άστρου που έχει καταρρεύσει, διατηρείται πλέον ως πάλσαρ, εκτοξεύοντας υλικό στο διάστημα καθώς περιστρέφεται μια φορά κάθε επτά δευτερόλεπτα. Αν και δε φαίνεται στην εικόνα, εντοπίζεται κοντά στο κέντρο, στην λευκή κουκίδα. Καθώς τα εκτοξευόμενα σωματίδια συγκρούονται με κοντινά μαγνητικά πεδία αρχίζουν να λάμπουν σε κύματα φωτός που αντιστοιχούν στο φάσμα των ακτίνων Χ. Το κόκκινο νεφέλωμα στα «ακροδάχτυλα» είναι μια ξέχωρη διαστρική δομή, ενώ είναι πιθανό ο άνεμος που παράγεται από το πάλσαρ να θερμαίνει το νεφέλωμα ώστε να παράγονται οι ακτίνες Χ χαμηλής ενέργειας. Πάντως, η πιθανότητα των απειράριθμων σχηματισμών, αποδεικνύει πως το Σύμπαν, διαθέτει απεριόριστη σοφία και ιδιότυπο χιούμορ, καθώς ο Δημιουργός, βρίσκει ποικίλα μέσα να μας υποδείξει αλήθειες. Και ιδού η απόδειξη!

Κυριάκος Κόκκινος-ΔικηγόροςΔιαπραγματευτής-Coach-Πρόεδρος Κίνησης Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ-Αντιπρόεδρος Συνδέσμου Ελλήνων Βατραχανθρώπων

ΚΛΙΜΑΞ Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου – Αναβαθμός 1ος Περί αποταγής (Διά την αποταγήν του ματαίου βίου) – 2ος Περί απροσπαθείας – 3ος Περί ξενιτείας – 4ος Περί υπακοής (Διά την μακαρίαν και αείμνηστον υπακοήν) – 5ος Περί μετανοίας (Διά την πραγματικήν και γνησίαν μετάνοια και διά τους αγίους καταδίκους και διά την Φυλακήν)

 

Η Κλίμαξ Θείας ανόδου, Κλίμακα του Ιωάννου ή και απλά Κλίμακα (λατ: Scala Paradisi) ονομάζεται ένα σημαντικό βιβλίο γραμμένο κατα τον 5Ο-6Ο αι. από τον Άγιο Ιωάννη το Σιναḯτη, το οποίο ευρέως χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της Εκκλησιαστικής Γραμματείας.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ήταν γνωστός για την ασκητική του ζωή και την βαθιά πνευματικότητά του, ασκήτεψε αρκετά χρόνια στην έρημο ως ερημίτης και διετέλεσε και Ηγούμενος της Μονής του Σινά. Ξέρουμε από το Συνα­ξάρι του και από πληροφορίες ότι από μικρός ήτο φιλομα­θής πάρα πολύ. Γεννήθηκε το 579 μ.Χ. στη Συρία. Αγαπούσε τη μελέτη, τη μάθηση, τις γνώ­σεις και έβγαλε σχολεία εκείνης της εποχής και γι’ αυτό τον λένε και σχολαστικό, δηλαδή βγήκε από σχολές. Αλλά εκείνο που ξέρουμε ακόμη είναι ότι από νέο παιδί αγάπησε τη ζωή της μοναξιάς, τη ζωή της ερημίας, τη ζωή της αδιαλείπτου επικοινωνίας με το Θεό δια της προ­σευχής και δια της μελέτης του Θείου Λόγου. Γι’ αυτό περίπου 16 ετών έφυγε και πήγε στο όρος Σινά και εντάχθηκε στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Εκείνη την εποχή, αδελφοί μου, το Σινά είχε εκατο­ντάδες μοναχούς· και όπως σε μια κυψέλη οι μέλισσες πηγαινοέρχονται και κάνουν μέλι, έτσι και αυτοί μέσα στο μοναστήρι αυτό έκαναν με την εργασία τους, το μέλι της πίστεως, το μέλι της υπακοής στους μεγαλύτερους, το μέλι της υποταγής στο Θεό, το μέλι της προσευχής, της μελέτης, της ταπεινοφροσύνης, της ζωγραφικής – αγιο­γραφούσαν – και ακόμα το μέλι της αντιγραφής βιβλίων παλαιών. Ετσι σήμερα το Σινά, η Μονή της Αγίας Αικατερί­νης, είναι ένα από τα σπουδαιότερα μουσεία αγιογραφίας μέσα στον κόσμο και το ακόμη σπουδαιότερο είναι ότι το μοναστήρι αυτό έχει μία από τις μεγαλύτερες και σημα­ντικότερες βιβλιοθήκες που υπάρχουν σε όλον τον κόσμο. Την έχει αυτό το μοναστήρι χάρις σ’ εκείνους τους μονα­χούς που ζούσαν τότε.
Εκεί πήγε ο Ιωάννης, λοιπόν και ασκήτευε και εντά­χθηκε στην υπακοή και έγινε υπόδειγμα αρετής και πίστε­ως. Κατόπιν έφυγε από το μοναστήρι και πήγε παραέξω σε ένα καλύβι και καθόταν μαζί με έναν Γέροντα. Εκανε τελεία υπακοή σ’ αυτόν το Γέροντα, ό,τι τον δίδασκε εκείνος χρόνια αρκετά. Οταν κοιμήθηκε ο Γέροντας, έμεινε σ’ αυτό το σπιτάκι, το οποίο απέχει περίπου δύο ώρες από το μοναστήρι του Σινά, σαράντα χρόνια. Εκεί μέσα έμενε μοναχός του με συντροφιά το Θεό, τη μελέτη, την προσευχή, την ανάταση της ψυχής. Η φήμη του για την αρετή του διαδόθηκε παντού. Πάει, λοιπόν, μια επι­τροπή από καλόγερους του Σινά και του λένε: – Ελα, ευλογημένε, να γίνεις ηγούμενος στο μοναστή­ρι, να μας διδάξεις και εμάς που είμαστε εκεί πέρα όλα αυτά που ξέρεις. Πήγε, λοιπόν, και έμεινε δύο χρόνια και έκανε τον ηγούμενο.

Όταν ήταν Ηγούμενος, έλαβε γράμμα από τον Ιωάννη, Ηγούμενο της Μονής Ραϊθού, το οποίο ζητούσε από τον Άγιο Ιωάννη Σιναΐτη λόγους πνευματικούς και συμβουλές για την ασκητική ζωή. Ο Άγιος Ιωάννης τότε, σε απάντηση αυτού του αιτήματος από τον Ιωάννη της Ραϊθού, έστειλε ένα σύγγραμμα το οποίο ονόμασε «Κλίμαξ Θείας Ανόδου». Αυτός ο Λόγος ο Ασκητικός ο επονομαζόμενος «Πλάκες Πνευματικές« είναι οι συμβουλές του Ιωάννου του Σιναΐτου προς τον Ιωάννη Ραϊθού και τους Μοναχούς του. Αυτό το σύγγραμμα παραμένει και στις μέρες μας ένας φάρος για τους Μοναχούς, αλλά και για όλους τους Χριστιανούς, που θέλουν να φτάσουν στον Θεό.

Κατόπιν είδε ότι δεν τον βοηθούσε η ηγουμενία να επικοινωνεί συνέχεια με το Θεό. Γι’ αυτό σηκώθη­κε και έφυγε και ξαναπήγε εκεί στο ασκηταριό που είχε. Εκεί έζησε μέχρι τέλους. Σε πολλούς μας κάνει εντύπωση και σήμερα λένε: Μα γιατί να φεύγουν από τον κόσμο άνθρωποι σαν κι αυτόν που είχε τόση σοφία και τόσες γνώσεις; Γιατί φεύγουν; Βλέπετε σήμερα υπάρχουν πολλά παιδιά, αγόρια – κορί­τσια, που αφήνουν και την επιστήμη τους και τα πτυχία τους, τις γνώσεις τους, τα πλούτη τους, τις δουλειές τους και φεύγουν και πάνε στα μοναστήρια. Πολλοί διαμαρτύ­ρονται: Μα γιατί το κάνουν αυτό; Δεν είναι ώρα να σας πω γι’ αυτό το θέμα. Αλλά θα σας αναφέρω μια μικρή γνώμη αυτού του Αγίου. Λέει, λοιπόν, αυτός ο Αγιος Ιωάννης: «Ιησού μνήμη ενωθήτω τη πνοή σου και τότε γνώσει ησυχίας ωφέλειαν». Αμα κατορθώσεις να ενώσεις με την αναπνοή σου και με την ύπαρξή σου το πρόσωπο και το όνομα του Χρι­στού και ενωθείς μαζί Του βαθιά και σφιχτά, τότε θα καταλάβεις τι πάει να πει ησυχία και ερημιά και αποχώ­ρηση από τον κόσμο. Αλλιώς δεν μπορείς να το καταλά­βεις. Γι’ αυτό και πολλοί, όπως σας είπα, δεν το καταλα­βαίνουν αυτό το πράγμα. Ας είναι. Αυτός ο Αγιος, λοι­πόν, έμεινε εκεί.

Τα τροπάρια που ψάλαμε μας διηγούνται τη ζωή του. Το απολυτίκιο λέει: «Ταις των δακρύων σου ροαίς της ερήμου το άγονον εγεώργησας». Από τα μάτια του έτρε­χαν δάκρυα συνέχεια που πότισαν την έρημο, το χώμα, αλλά και την έρημο της καρδιάς του· και καρποφόρησε η καρδιά του κι έβγαλε τις αρετές, «και τοις εκ βάθους στε­ναγμοίς εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας». Με τα δάκρυα που πότισες την καρδιά σου και με τους στεναγ­μούς που βγαίναν από τα βάθη της καρδιάς σου, τους στε­ναγμούς της προσευχής, έφερες καρπούς πνευματικούς μέσα στην ψυχή σου εκατό φορές περισσότερους απ’ ό,τι φέρνουν άλλοι που δεν έρχονται στην ερημιά, που ήσουνα εσύ.

Ενας καρπός είναι αυτό το βιβλίο, που έχει γράψει, όπως σας είπα, και λέγεται «Κλίμαξ»· γι’ αυτό λέγεται Ιωάννης της Κλίμακος και Σιναΐτης, γιατί έζησε στο όρος Σινά. Αυτό το βιβλίο έχει τριάντα κεφάλαια και τα παρουσιάζει σαν σκαλοπάτια. Κάθε κεφάλαιο είναι μία αρετή. Περιγράφει πώς πρέπει να είναι η αρετή αυτή. Καλεί τους αναγνώστες, μόλις διαβάσουν το ένα κεφά­λαιο, που είναι σαν να ανεβαίνουν στο ένα σκαλοπάτι, να το εφαρμόσουν. Μετά από το πρώτο σκαλοπάτι θα ανέ­βουν στο δεύτερο. Θα διαβάσουν το δεύτερο κεφάλαιο· θα μιμηθούν και θα εφαρμόσουν την αρετή για την οποία γίνεται λόγος. Κατόπιν το τρίτο, το τέταρτο μέχρι τριά­ντα σκαλοπάτια.
Λέει ο ίδιος: «Κλίμακα αναβάσεως πεπελέκηκα», πελέκησα και έφτιαξα μία Κλίμακα. Τί κλίμακα; Σκάλα αναβάσεως για να ανεβείτε. «Εκαστος δε βλεπέτω εν ποία βαθμίδι έστηκε», τώρα ο καθένας να κοιτάξει σε ποιο σκαλί της σκάλας αυτής έχει σταματήσει. «Εν πάσι τοις πάθεσι και πάσαις ταις αρεταίς εαυτούς εκζητούντες μη παυσώμεθα, που τυγχάνομεν», να εξετάζουμε τα πάθη που έχουμε μέσα μας, να εξετάζουμε και τις αρετές που έχουμε κι από κει να καταλάβουμε σε ποιο σκαλοπά­τι έχουμε σταθεί και βρισκόμαστε. Τις αρετές, λέει, αυτές τις παρουσιάζω σαν Κλίμακα, όπως είδε ο Ιακώβ στον ύπνο του μια σκάλα που ξεκίναγε από τη Γη και ανέβαι­νε στο Θεό. Ετσι, λοιπόν, τα σκαλοπάτια της σκάλας αυτής «εις ουρανόν τον προαιρούμενον αναφέρουσιν», εκείνον που θέλει τα σκαλοπάτια αυτά της σκάλας θα τον φέρουνε και θα τον βάλουνε μέσα στον ουρανό.
Αυτό το βιβλίο είναι βέβαια γραμμένο προπάντων για τους καλογήρους, αλλά είναι και για όλους τους ανθρώ­πους, διότι οι αρετές ίδιες είναι και για τους καλογήρους και για τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο.

Δεν είναι εύκολο βιβλίο. Δεν είναι να το διαβάσω για να ευχαριστηθώ. Θα βάλεις κάτω το μυαλό σου και την προσοχή σου και την υπομονή σου, για να διαβάσεις προσεκτικά και να δεις που πατάς. Βρίσκεσαι εσύ σ’ αυτό το σκαλοπάτι που έχει την αρετή αυτή; Αρχίζει από τις πιο απλές αρετές. Από την υπακοή, απ’ τη μετάνοια, απ’ την ανάμνηση (τη μνεία) του θανάτου, από την πραότητα, τη συγχωρητικότητα και φτάνει στις τελευταίες αρετές, στα τελευταία σκαλοπάτια που είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη προς το Θεό. Εκεί τελειώνει το τριακοστό σκαλοπάτι.

Θα σας αναφέρω μερικά από κάθε σκαλοπάτι, για να πάρετε μία γενική ιδέα του βιβλίου. Γενικώς υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται με τις πολλές νηστείες που θα κάνει, αλλά με τις αρετές που θα έχει και προπάντων με την ταπείνωση. Ακούτε τι λέει για τον εαυτόν του: «Ουκ ενήστευσα, ουκ ηγρύπνησα, ουκ εχαμεύνησα», δηλαδή δεν ενήστεψα εγώ πολύ, λέει, αλλά τι έκανε είναι άλλη δουλειά. Δεν ενήστεψα εγώ πολύ, ούτε αγρύπνησα πάρα πολύ, ούτε κοιμήθηκα χάμω στο χώμα. Αυτό σημαίνει «εχαμεύνησα». Τί έκαμα όμως; «Εταπεινώθην και έσωσέ με ο Κύριος», ταπεινώθηκα μοναχά και ο Κύριος με έσωσε.

Λοιπόν μερικοί λένε: Δεν μπορώ να νηστέψω. Καλά μην νηστεύεις, άμα δεν μπορείς. Δεν μπορώ να κάμω αγρυπνία. Μην κάνεις, άμα δεν μπορείς. Δεν μπορώ να κοιμηθώ στη σανίδα πάνω. Μην κοιμάσαι. Κοιμήσου πάνω στο στρωματέξ. Ταπείνωση έχεις; Ταπεινώσου, αυτό λέει ο Αγιος, να δεις πως σώζεσαι.

Ενα άλλο πράγμα. Δεν σε σώζει μία αρετή μονάχα. Είναι πολλοί που κάνουν πολλές ελεημοσύνες, αλλά δεν κάνουν τίποτε άλλο. Λέει, λοιπόν, «ου συνίσταται διάδη­μα βασιλέως εξ ενός λίθου», το στέμμα του βασιλιά δεν έχει μονάχα ένα διαμάντι, αλλά είναι γεμάτο γύρω-γύρω με διαμάντια, μεγάλα και μικρά, μαργαριτάρια και άλλα πολλά. Ετσι μια αρετή δεν σε σώζει. Θα πρέπει να έχεις κι άλλες αρετές. Ακόμα κάτι άλλο. Την ταπεινοφροσύνη την ξέρουν μόνον όσοι την έζησαν. Τώρα τί να λέμε; Μπορεί να λέμε πολλά για ταπεινοφροσύνη. Κάνεις υπακοή; Ακούς τη γυναίκα σου; Ακούς τον άντρα σου; Η του βγάζεις γλώσ­σα; Η μια κουβέντα σου λέει, εκατό του απαντάς; Ε, τότε δεν έχεις ταπείνωση. Ταπεινώσου, γιατί η υπακοή είναι ταπείνωση.
Ενα άλλο θέμα είναι η καλοσύνη, που πρέπει όλοι να την προσέχουμε. Στις ήμερες καρδιές, στις καλοσυνάτες  καρδιές αναπαύεται ο Θεός. Στις άγριες κάθεται ο διάβο­λος. Η ήμερη ψυχή είναι ίσια και έχει συντροφιά την ταπείνωση. Η πονηρή είναι σκλάβα της υπερηφάνειας. Η νηστεία είναι σπαθί που κόβει τους κακούς λογισμούς από την ψυχή και δίνει και υγεία στο σώμα. Είναι μητέ­ρα της υγείας και προξενεί την καθαρότητα και διώχνει τις αμαρτίες. Ανοίγει την πόρτα του παραδείσου.

Προς το τέλος συμβουλεύει (και στην αρχή το λέει αυτό): Τώρα στην αρχή που θ’ αρχίσεις να ανεβαίνεις στη σκάλα, να έχεις μεγάλη υπομονή. Χρειάζεται αγώνας και μάλιστα συνεχής και σκληρός. «Ουδείς κλίμακα υφ’ εν ποτέ ανελθείν δεδύνηται». Τη σκάλα την ανεβαίνεις με ένα πήδημα; Πώς θα ανεβείς; Θα ανεβείς σκαλοπάτι-σκαλοπάτι. Παραπάνω δεν μπορείς. Τριάντα σκαλιά έχει αυτή η σκάλα. Θα πηγαίνεις ένα-ένα σκαλοπάτι. Και υπενθυμίζει ότι στον αγώνα αυτό υπάρχουν άγγελοι, οι οποίοι βοηθούν και ενισχύουν. Και προτρέπει: «Αναβαί­νετε, αδελφοί, αναβαίνετε με προθυμίαν και χαράν την αγγελικήν αυτήν Κλίμακα, δια να φθάσωμεν εις το όρος του Κυρίου, εις τον υψηλόν θρόνον Αυτού».


Σ’ όλα τα μοναστήρια, ιδίως στο Ορος, έχουν ζωγρα­φισμένη αυτή την Κλίμακα, εκτός που την έχουν βιβλίο και τη διαβάζουν τώρα τη Σαρακοστή. Η Εκκλησία μας εορτάζει τον άγιο  Ιωάννη της Κλίμακας στις 30 Μαρτίου, ημέρας της κοιμήσεώς του το 649 μ.Χ στο Σινά της Αιγύπτου και κατά την Δ΄ Κυριακή  των Νηστειών, ονομαζομένη έτσι και Κυριακή Ιωάννου της Κλίμακος.

Συνέχεια