Στώμεν Καλώς! Η ορθή στάση των Ανθρώπων, που δικαιώνουν τη Θεία Φύση τους!

Από Unics -25 Ιανουαρίου, 2017

SONY DSC

(Σκέψεις μου, που μοιράστηκα με φίλους και μέλη της Κίνησης Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ στην ετήσια Πρωτοχρονιάτικη πίτα μας του 2017)

Κυριάκου Κόκκινου-Δικηγόρου-Προέδρου Κίνησης Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ-Αντιπροέδρου Συνδέσμου Ελλήνων Βατραχανθρώπων

Στις 22 Ιανουαρίου 2017, τα μέλη και οι φίλοι του ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ γιορτάσαμε τα «γενέθλια» της κίνησής μας, κόβοντας την πίτα μας, στο πνευματικό μας κέντρο, στους Αγίους Ισιδώρους στο Λυκαβηττό. Εκεί παρακολουθήσαμε τη Θεία Λειτουργία, ως μία πραγματική πνευματική Μυσταγωγία. Με τη βοήθεια του πατρός Δημητρίου, των ιεροδιακόνων, των μοναχών, των ψαλτών του ναού και όλων των πιστών, ενωθήκαμε στο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού και μεταφερθήκαμε κυριολεκτικά σε ανώτερα πεδία θείας αγαλλίασης.

SONY DSC
SONY DSC
SONY DSC
SONY DSC
SONY DSC
SONY DSC

Η συνέχεια με την κοπή της πίτας μας στο φιλόξενο αρχονταρίκι του Ιερού Ναού, με την ομορφότερη θέα των Αθηνών, υπήρξε το επιστέγασμα της ανθρώπινης διασύνδεσής μας, στην κοινή μας πορεία προς την Θεία

Ευδαιμονία, όπου μοιράστηκα λίγες σκέψεις μου, όπως γεννήθηκαν, μέσα μου, τις τελευταίες ημέρες του έτους, υπό την επίδραση της καρδιακής θερμότητας της εορτής των Χριστουγέννων και του συνήθους απολογισμού και αυτογνωσιακού μου ελέγχου.

10%ce%b1

Για όσους δεν γνωρίζουν το τι πρεσβεύει η Κίνηση Οργανικότητας ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ και το λόγο, που δραστηριοποιείται στον κόσμο, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι ως Οργανικότητα εννοούμε την εμπέδωση στα πρόσωπα και στην κοινωνία της συνείδησης ότι κάθε άνθρωπος αποτελεί την εκδήλωση στον κόσμο της Θείας Δημιουργικής Βούλησης. Το πρόσωπο του κάθε ανθρώπου συνδέεται με τους άλλους ανθρώπους, όπως τα κύτταρα ενός οργανισμού συνδέονται μεταξύ τους, για να φτιάξουν μικρότερες ή μεγαλύτερες συλλογικότητες, όπως όργανα, μέχρι έναν ολόκληρο, τέλειο οργανισμό, με τον οποίο βρίσκονται σε μία αδιάρρηκτη σχέση αμοιβαιότητας. Τέτοιες, φυσικές και αναγκαίες για την επιβίωση, εξέλιξη και πνευματική τελειοποίηση του ανθρώπου, συλλογικότητες, είναι το ζεύγος και η οικογένεια, οι φιλικές και επιχειρηματικές – επαγγελματικές συλλογικότητες, οι πόλεις, τα έθνη, έως την ίδια την ανθρωπότητα. Και βέβαια, όπως δεν μπορεί να νοηθεί κύτταρο μόνο του, εκτός του οργανισμού, έτσι αναλογικά δεν νοείται και άνθρωπος έξω από τις δικές του φυσικές συλλογικότητες. Αυτήν την αλήθεια εξέφρασε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο κι ο Χριστός θέτοντας την αγάπη προς κάθε άνθρωπο κι όχι μόνον προς τον πλησίον, ως το μέγιστο «καθήκον» και όρο ΖΩΗΣ κάθε ανθρώπου.

SONY DSC
SONY DSC
SONY DSC

Η Κίνησή μας προήλθε έτσι, φυσικά, μέσα από την ανάγκη μας να εκφράσουμε την αλήθεια αυτή με έναν ιδιαίτερο τρόπο, που θα μπορούσε να σφραγίσει την ανθρωπότητα, στην κρίσιμη εποχή, που διανύουμε και να βοηθήσει κάθε άνθρωπο να βρει ένα ουσιαστικό νόημα προσωπικής ύπαρξης, αλλά και ειρηνικής κι αγαπητικής συνύπαρξης.

Φθάνοντας δε στο τέλος ενός ακόμη ενιαύσιου κύκλου έθεσα για άλλη μία φορά μια σειρά ερωτημάτων στον εαυτό μου, καθώς μέσα μου γεννήθηκε με ένταση η ανάγκη να φωτίσω το δρόμο, που βαδίζω, ώστε να μπορώ με ασφάλεια να είμαι βέβαιος για την ορθότητα των επιλογών και της πορείας εμού ως προσώπου , αλλά και της κοινωνίας, όπου ανήκω. Η ειδική αναζήτησή μου επικεντρώθηκε εναγώνια στην περιγραφή του τρόπου, με τον οποίο θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε ένα βήμα πάνω και πέρα από την μεγάλη κρίση, που μαστίζει τις ζωές μας, καθηλώνοντάς μας εντός μιας ζωώδους και μηχανιστικής λειτουργίας, σαν να είμαστε απλές μηχανές παραγωγής υλικού πλούτου για το κράτος ή για τους λίγους παγκόσμιους δυνάστες.

Κι η απάντηση ήρθε με ένα τρόπο ταυτόχρονα φυσικό και υπερβατικό, μέσα από δύο λέξεις κλειδιά, ικανές να φωτίσουν τα αδιέξοδα, να καταδείξουν την Οδό και να δυναμοποιήσουν τους ζητούντες οδούς Αρετής και Ελευθερίας και όχι κακίας και σκλαβιάς.

«Στώμεν Καλώς» !!!

Μία συγκλονιστική φράση, μία επική εντολή, που ακούγεται στη διάρκεια της θείας λειτουργίας μετά το πιστεύω και πριν τη Θεία Κοινωνία.

angel-8

Όταν στην αρχή του χρόνου έλαβε χώρα η αποστασία, λόγω υπερηφάνειας, κάποιων εκ των πρώτων πνευματικών δημιουργημάτων του Θεού, των Αγγέλων, πρωτοστατούντος του Εωσφόρου, επακολούθησε η πτώση κι η μεταμόρφωση της παραδείσιας κατάστασης σε μία νέα σκοτεινή και θλιβερή συνθήκη, άρνησης από τα δημιουργήματα της φύσης τους!

Σ’ αυτή τη κρίσιμη ώρα, κατά την οποία οι άγγελοι εξέπιπταν ο ένας μετά τον άλλο, μιμούμενοι μηχανιστικά το τραγικό υπόδειγμα του πεσόντος αρχαγγέλου Εωσφόρου, κάνοντας χείριστη χρήση και της δικής τους ελεύθερης βούλησης, εμφανίστηκε ο αρχάγγελος Μιχαήλ, που με τρόπο υπερβατικό αντέστη και διέκοψε αυτήν την δραματική δυναμική. Σύμφωνα με την αποκάλυψη (Αποκ. 12, 7-9) έγινε τότε πόλεμος στον ουρανό, ο Μιχαήλ και οι άγγελοί του αντιπαρατάχθηκαν για να πολεμήσουν εναντίον του δράκοντος (του εωσφόρου) και των αγγέλων του. Εκείνη την τραγική ώρα της πτώσεως ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ στάθηκε στη μέση των αγγελικών ταγμάτων και με υπερβατικό τρόπο εξεφώνησε τη φράση , που αντιλάλησε στα σύμπαντα:

«Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού» (σταθείτε γερά, σταθείτε με σεβασμό στο Θεό) .

Και αμέσως στάθηκαν στη θέση τους οι άγγελοι, αναθάρρησαν και έπαψε η πτώση τους.  «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου».

bfd69-ce97cea0cea4cea9cea3ce97cea4ce9fcea5ce95cea9cea3cea6ce9fcea1ce9fcea51

Αυτό το θείο υπόδειγμα φίλοι μου θα πρέπει να επαναλάβουμε κι εμείς καθημερινά με τις επιλογές της ζωής μας, αν θέλουμε να αξιωθούμε να ελευθερωθούμε από τα δεσμά της πτωτικής ύλης και να ζήσουμε σύμφωνα με την πνευματική κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση θεία φύση μας.

Θα πρέπει βεβαίως να αναρωτιόμαστε, κάθε στιγμή, πώς στεκόμαστε καλά στις ζωές μας, πώς και πού στηρίζουμε τις επιλογές και την ευζωία μας. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τις δύο συμπαντικές ΣΤΑΣΕΙΣ, που  διαθέτουν την τεράστια δύναμη να εξυψώσουν κάθε άνθρωπο στην καθ’ ομοίωση θεία κατάστασή του. Η ορθή στάση με ανοικτά τα χέρια προς τα άνω, σε κατάσταση ειλικρινούς ευχαριστίας και ταπεινής ικεσίας προς το Θεό, σχήμα που ελκύει τη Θεία Χάρη και γεμίζει τον άνθρωπο Θείες δωρεές και κατόπιν με τα χέρια ανοικτά προς τα κάτω, καθώς τα εφόδια της Χάριτος οφείλουν να μοιραστούν σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού της Εκκλησίας του Κυρίου και τα χέρια να καταστούν μέσο στήριξης, ίασης, ελέους και αγάπης προς ΟΛΟΥΣ!

Καθώς φίλοι μου φέρνουμε με τη δύναμη της φαντασίας στο νου μας τις δύο αυτές ταυτόχρονα υλοποιούμενες στάσεις του ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ, σχηματίζουμε με όλο μας το είναι το μυστικό σχήμα, που αποτελεί το πραγματικό και μόνο κλειδί εξόδου από κάθε κρίση, από κάθε δυστυχία και κάθε φυλακή, ως πηγή των αγαθών, της ζωής και του ελέους!

Καλή μας χρονιά με ανοικτά χέρια, καρδιές και νου!

Ο Άγιος Δημήτριος!

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, τα δύο παλληκάρια της χριστιανοσύνης, στη μοναδική εικόνα (19ου αιώνος), του Φώτη Κόντογλου, που φυλάσσεται στο μουσείο της Ιεράς Μονής Λειμώνος – Λέσβου.Δημήτριον νύττουσι λόγχαι Χριστέ μου,Ζηλοῦντα πλευρᾶς λογχονύκτου σῆς πάθος.Εἰκοστῇ μελίαι Δημήτριον ἕκτῃ ἀνεῖλον.

Βιογραφία

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 – 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ.Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου. Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (βλέπε 27 Οκτωβρίου), ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος.Η αγιολογική παράδοση η σχετική με τον Άγιο Δημήτριο αποτελείται από τα Θαύματα (Miracula), που εκτείνονται σε τρία βιβλία, τα Μαρτυρολόγια (Passiones) και πολλά Εγκώμια (Laudationes). Η παλαιότερη από αυτές τις πηγές είναι το πρώτο βιβλίο των Θαυμάτων, που γράφηκε από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ιωάννη τη δεκαετία 610-20. Τα Μαρτυρολόγια είναι άγνωστου συγγραφέα και χωρίζονται σε τρία «στάδια», τα οποία περιέχουν ανώνυμα κείμενα του 9ου και του 10ου αιώνα, ενώ τα Εγκώμια αναπαράγουν την ύλη των δύο προηγουμένων.Μαρτύριο Σύμφωνα με την αγιολογική παράδοση, ο Άγιος Δημήτριος μαρτύρησε επί Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.) όταν με την παρακίνηση του Γαλέριου, μέλους της Τετραρχίας, έλαβε χώρα ο πιο σκληρός διωγμός των Χριστιανών στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Στρατιώτες του Γαλέριου συνέλαβαν τον «μακαριότατο Δημήτριο εκ γένους των περιδόξων» με την κατηγορία ότι συμμετείχε ενεργά στις χριστιανικές συγκεντρώσεις. Ανώνυμος Συναξαριστής πληροφορεί για τη δράση του Αγίου Δημητρίου, αποδίδοντάς του τον τίτλο του «υπάτου» μεταξύ των χριστιανών της Θεσσαλονίκης. Ο Δημήτριος προσευχόταν στις συγκεντρώσεις στη Χαλκευτική στοά (cryptoporticus) της Ρωμαϊκής Αγοράς της Θεσσαλονίκης και ενίσχυε τους οικονομικά ανήμπορους συμπολίτες του. Δημώδες μεταβυζαντινό κείμενο για το «Μαρτύριον του Αγίου Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου» περιγράφει τη βαθιά θρησκευτική κατάνυξη που επικρατούσε στο ακροατήριο του Δημητρίου. Οι «Δημεγέρτες» πρόδωσαν τον Δημήτριο στο Γαλέριο («ότι ο Δημήτριος κρατεί εις την πίστη των χριστιανών») ο οποίος διέταξε να συλληφθεί και να κλειστεί στις υπόγειες «καμάρες» παρά του σταδίου που γειτόνευε με το δημόσιο λουτρό. Σύμφωνα με τα αγιολογικά κείμενα ο Δημήτριος κρατήθηκε έγκλειστος «περὶ τῶν καμίνων καμάρας (δημοσίου βαλανείου)», δηλαδή στα προπνιγεία (praefurnia) του ρωμαϊκού λουτρού.Από το χώρο των φυλακών ο Δημήτριος εμψύχωσε το φίλο του Νέστορα ο οποίος αντιμετώπισε τον μονομάχο Λυαίο. Αφού ο Νέστορας κατανίκησε τον Λυαίο, θανατώθηκε από τον Γαλέριο που θεώρησε την ήττα του Λυαίου ως προσωπική του ήττα. Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Νέστορας ήταν μαθητής του Δημητρίου, διέταξε να φέρουν τον Δημήτριο μπροστά του για να αποκηρύξει την πίστη του. Τελικά ο Δημήτριος, με διαταγή του Γαλέριου, θανατώθηκε στις υπόγειες φυλακές πιθανότατα το 306 μ.Χ.] Μετά τον θάνατό του, πιστοί τον έθαψαν την ίδια ή την επόμενη νύχτα πρόχειρα στον ίδιο χώρο, όπου αργότερα κτίστηκε ένας «οικίσκος» που κατεδαφίσθηκε από τον Λεόντιο για την ανέγερση της βασιλικής.Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)Ἦχος γ’.Μέγαν εὕρατο ἐv τοῖς κιvδύvοις, σὲ ὑπέρμαχοv, ἡ οἰκουμένη, Ἀθλοφόρε τὰ ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Λυαίου καθεῖλες τὴν ἔπαρσιν, ἐν τῷ σταδίῳ θαῤῥύvας τὸν Νέστορα, οὕτως Ἅγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.ΚοντάκιονἮχος β’. Αὐτόμελον.Τοῖς τῶv ἰαμάτωv σου ῥείθροις Δημήτριε, τὴv Ἐκκλησίαν Θεὸς ἐπορφύρωσεv, ὁ δούς σοι τὸ κράτος ἀήττητοv, καὶ περιέπωv τὴν πόλιv σου ἄτρωτοv· αὐτῆς γὰρ ὑπάρχεις τὸ στήριγμα.ΚάθισμαἮχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λογον.Εὐσεβείας τοῖς τρόποις καταπλουτῶν, ἀσεβείας τὴν πλάνην καταβαλών, Μάρτυς κατεπάτησας, τῶν τυράννων τὰ θράση, καὶ τῷ θείῳ πόθῳ, τὸν νοῦν πυρπολούμενος, τῶν εἰδώλων τὴν πλάνην, εἰς χάος ἐβύθισας· ὅθεν ἐπαξίως, ἀμοιβὴν τῶν ἀγώνων, ἐδέξω τὰ θαύματα, καὶ πηγάζεις ἰάματα, Ἀθλοφόρε Δημήτριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.Ἕτερον ΚάθισμαΒασιλεῖ τῶν αἰώνων εὐαρεστῶν, βασιλέως ἀνόμου πᾶσαν βουλήν, ἐξέκλινας Ἔνδοξε, καὶ γλυπτοῖς οὐκ ἐπέθυσας· διὰ τοῦτο θῦμα, σαυτὸν προσενήνοχας, τῷ τυθέντι Λόγῳ ἀθλήσας στερρότατα· ὅθεν καὶ τῇ λόγχῃ, τὴν πλευρὰν ἐξωρύχθης, τὰ πάθη ἰώμενος, τῶν πιστῶς προσιόντων σοι, Ἀθλοφόρε Δημήτριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.ΜεγαλυνάριονΤὸν μέγαν ὁπλίτην καὶ ἀθλητήν, τὸν στεφανηφόρον, καὶ ἐν μάρτυσι θαυμαστόν, τὸν λόγχῃ τρωθέντα, πλευρὰν ὡς ὁ δεσπότης, Δημήτριον τὸν θεῖον ὕμνοις τιμήσωμεν.Ἕτερον ΜεγαλυνάριονΦύλαττε τοὺς δούλους σου ἀθλητά, μάρτυς μυροβλύτα τοὺς ὑμνοῦντάς σε εὐσεβῶς, καὶ ρῦσαι κινδύνων καὶ πάσης ἄλλης βλάβης, Δημήτριε τρισμάκαρ ταῖς ἱκεσίαις σου.

Παναγία «Ίνα Ώσιν Εν» η Πατριώτισσα!

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, εσωτερικός χώρος

Μία εικόνα της Παναγίας που αποτυπώνει με συμβολικό τρόπο την πριν 2000 χρόνια τελευταία παρακαταθήκη του Ιησού. Ήταν στο όρος των ελαιών και προσευχόταν. Κυριολεκτικά λίγο πριν την σύλληψή Του είπε: » Την δόξαν ήν δέδωκάς μοι, δέδωκα αυτοίς, Ίνα Ώσιν Έν καθώς ημείς Έν εσμέν «, απευθυνόμενος στον Πατέρα. Τι είπε δηλαδή; Έδειξε στο ανθρώπινο Γένος την ενότητα Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος και διακήρυξε ότι στην ίδια ενότητα μπορούν και οι άνθρωποι να συμπεριληφθούν, αν φυσικά το επιθυμούν. Τα λόγια Του αυτά ήταν τα τελευταία προς την ανθρωπότητα. Ήταν η παρακαταθήκη που μας άφησε. Λίγες ημέρες αργότερα και από τον Σταυρό, μας έδειξε και τον τρόπο που θα μπορεί να πραγματοποιηθεί η Ενότητα. » Άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι «. Αυτός είναι ο τρόπος. Η συγχώρεση. Εάν δεν συγχωρείς είσαι σε διάσπαση και διάσταση με τον συνάνθρωπο. Εάν συγχωρείς είσαι σε Ενότητα. Πριν 180 χρόνια περίπου ο Πρώτος Κυβερνήτης του Έθνους Ιωάννης Καποδίστριας θα γράψει μια εγκύκλιο προς τον Ιερό Κλήρο της εποχής του. (Λαλήσατε εις τας καρδίας του λαού την γλώσσα της αληθείας, διδάξατε την φιλαδελφείαν, την προς αλλήλους αγάπην, ίνα οι πάντες Έν Ώσι…).Ξημερώματα της 2 Δεκεμβρίου 1991, ένας Άγιος Γέροντας στα Καυσοκαλύβια του Άγίου Όρους εγκαταλείπει τα εγκόσμια. Για 35 λεπτά της ώρας επαναλαμβάνει διαρκώς την Αρχιερατική Ευχή «Ίνα ώσιν Έν, Ίνα ώσιν Έν, Ίνα ώσιν Εν» . Ήταν Ο Γέρων Πορφύριος.Η παρακαταθήκη του Ιησού, του Ιωάννη Καποδίστρια, του Άγίου Γέροντος Πορφυρίου αποτυπώθηκε σε ξύλο. Έγινε εικόνα και μάλιστα σε Ελληνική και Ρωσική εκδοχή. Μια εικόνα της Παναγίας που για να περιγράψεις τον συμβολισμό της χρειάζονται δεκάδες σελίδες. Μία εικόνα που έχει αγκαλιά την Ελλάδα, την Πατρίδα μας. Αυτός αλλά όχι ο μόνος, ήταν ο λόγος, που η συγκεκριμένη εικόνα έλαβε και το δεύτερο όνομα της, Πατριώτισσα. Είναι Αυτή η Κυρία Θεοτόκος που σε δύσκολους καιρούς θα προστατέψει τα σύνορα της Ελλάδας…Ο Ελληνισμός ήταν ο πρώτος από αρχαιοτάτων χρόνων που μίλησε για το Έν και την Μονάδα. Από τον Πυθαγόρα, τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη. Αξίζει να πληροφορηθούμε τι έγραψε ο Ηράκλειτος: Ουκ εμού αλλά του Λόγου ακούσαντος, ομολογείν εστί σοφόν, ΕΝ πάντα είναι…».

ʺΠΕΡΙ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣʺ του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου

<<Περί Μυστικής Θεολογίας>> του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, εορτάζοντος την 3η Οκτωβρίου

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Στο ʺΠΕΡΙ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣʺ του Αγίου Διονυσίου αναλύεται η έννοια της Μυστικής ή αποφατικής θεολογίας, η έννοια του θείου γνόφου, της υπέρλαμπρου δηλαδή αυτής μυστικής και ομιχλώδους για τον άνθρωπο έκφρασης του Θείου, τον οποίο ο Διονύσιος αποκαλεί ʺγνόφον αγνωσίαςʺ και της κατά χάριν μετοχής του δημιουργήματος στις ιδιότητες του Δημιουργού.

Κεφάλαιο 1 ‐Ποιος είναι ο θείος γνόφος

1. Τριάς υπερούσια και υπέρθεη και υπεράγαθη, έφορε της θεοσοφίας των Χριστιανών, οδήγησέ μας στην υπεράγνωστη και υπερφώτεινη και ακρότατη κορυφή των μυστικών λογίων. οδήγησέ μας εκεί όπου είναι σκεπασμένα τα απλά και απόλυτα και αμετάβλητα μυστήρια της θεολογίας, στον υπέρφωτο γνόφο της κρυφιόμυστης σιγής, που με το βαθύ του σκοτάδι υπερλάμπει υπερφανέστατα και, μένοντας ανέγγικτος κι αόρατος, γεμίζει με υπέρκαλη λάμψη τους τυφλωμένους νόες. Αυτή την προσευχή είχα να αναπέμψω εγώ. Εσύ δε, αγαπητέ Τιμόθεε, ασχολήσου έντονα με τα μυστικά θεάματα. άφησε τις αισθήσεις και τις νοερές ενέργειες, όλα τα αισθητά και τα νοητά, όλα τα μη όντα και τα όντα, και όσο είναι εφικτό ανυψώσου για να ενωθείς κατά τρόπο ακατάληπτο με αυτόν που είναι επάνω από κάθε ουσία και κάθε γνώση. Διότι, όταν έλθεις σε έκσταση, που θα σε ελευθερώσει τελείως από τον εαυτό σου και από όλα τα πράγματα, όταν αφαιρέσεις τα πάντα καιαπαλλαγείς από τα πάντα, θα αναχθείς στην υπερούσια ακτίνα του θείου σκότους.

2. Πρόσεχε όμως να μην ακούσει κανένας αμύητος αυτά τα μυστικά. Κι εννοώ με τον όρο ʺαμύητοιʺ εκείνους που είναι εμπεπλεγμένοι στα αισθητά όντα και δεν φαντάζονται ότι υπάρχει κάτι υπερούσιο πάνω από τα όντα, αλλά νομίζουν ότι με την γνωστική τους ικανότητα μπορούν να γνωρίσουν αυτόν που έχει ορίσει το σκότος ως κρυψώνα του. Αν τώρα οι θείες μυσταγωγίες είναι επάνω από τις δυνάμεις των αμύητων, τι θα έλεγε κανείς για τους περισσότερο αμύστους, οι οποίοι την υπερκειμένη αιτία των όλων χαρακτηρίζουν με βάση τα χαμηλότερα όντα, κι ισχυρίζονται ότι δεν υπερέχει καθόλου από τα αθεϊστικά και πολύμορφα είδωλα που αυτοί κατασκευάζουν; Η αλήθεια είναι ότι πρέπει από το ένα μέρος νʹ αποδίδωμε σʹ αυτήν καταφατικά όλες τις θέσεις των όντων, σαν αιτία των όλων, κι από το άλλο σωστότερα να τις αποφάσκωμε όλες, με την πεποίθηση ότι υπερβαίνει τα πάντα, και να μη νομίζομε ότι οι απο-φάσεις αντίκενται στις κατα‐φάσεις, αλλά να νομίζομε ότι αυτή πολύ πρωτύτερα υπερβαίνει τις στερήσεις, διότι ευρίσκεται επάνω από κάθε αφαίρεση και θέση.

3. Με αυτή την έννοια λοιπόν λέγει ο θείος Βαρθολομαίος ότι η θεολογία είναι και πολλή και ελαχίστη, και ότι το ευαγγέλιο είναι από το ένα μέρος πλατύ και μεγάλο και από το άλλο συντετριμμένο. Εμένα μου φαίνεται ότι με αυτά τα λόγια εννοούσε υπερφυώς τούτο. ότι η αγαθή αιτία των πάντων είναι πολύλογη και συγχρόνως βραχύλογη και άφωνη, αφού δεν έχει ούτε λόγο ούτε νόηση, διότι υπέρκειται των όλων υπερουσίως και αποκαλύπτεται φανερά κι αληθινά μόνο σʹ εκείνους που ξεπερνούν όλα τα ανόσια και τα καθαρά πράγματα, που υπερβαίνουν κάθε ύψωμα όλων των αγίων κορυφών, που εγκαταλείπουν πίσω τους όλα τα θεία φώτα, όλους τους ουρανίους ήχους και λόγους, για να εισδύσουν στον γνόφο, όπου πραγματικά ευρίσκεται ο επέκεινα των πάντων, όπως λέγουν τα Λόγια. Πραγματικά ο θείος Μωυσής δεν παίρνει απλώς την εντολή να καθαρθεί πρώτα ο ίδιος κι έπειτα να χωρισθεί από τους ακαθάρτους. αλλά έπειτα από την τελεία κάθαρση ακούει τις πολύφωνες σάλπιγγες, βλέπει πολλά φώτα που στέλλουν αστραπτερές και πολύχυτες ακτίνες. Ύστερα χωρίζεται από τους πολλούς και μαζί με τους εγκρίτους ιερείς φθάνει στην κορυφή των θείων αναβάσεων. Κι εν τούτοις εκεί δεν συναντάται με τον ίδιο τον Θεό και δεν βλέπει αυτόν (διότι αυτός είναι αθέατος), αλλά τον τόπο όπου ευρίσκεται αυτός. Τούτο νομίζω ότι σημαίνει ότι τα θεία και κορυφαία από τα οράματα και τα νοήματα είναι σπερματικοί λόγοι των πραγμάτων που είναι υποτεταγμένα στον υπέρτατο όλων, με τους οποίους φανερώνεται η επάνω από κάθε κατάληψη παρουσία των που επιβαίνει στις νοητές κορυφές των αγιοτάτων τόπων του. Τότε ο Μωυσής αποδεσμεύεται και από τα ορώμενα και από τους ορώντας, και εισδύει μέσα στο γνόφο της αγνωσίας, τον πραγματικά μυστικόν, όπου αποκλείει όλες τις γνωστικές αντιλήψεις και φθάνει στο εντελώς ανέγγικτο και αόρατο, παραδίδεται ολόκληρος στο επέκεινα όλων, και δεν ανήκει ούτε στον εαυτό του ούτε σε κανένα άλλον. και, κατόπιν της ανενεργησίας κάθε γνώσεως, ενωμένος σε ανώτερο επίπεδο με τον εντελώς άγνωστο, με το να μη γνωρίζει τίποτε, γνωρίζει πέρα από κάθε νόηση.

Κεφάλαιο 2 ‐Πώς πρέπει να ενωθούμε και νʹ αναπέμψωμε ύμνους στον αίτιο των όλων τον επάνω από όλα

Σʹ αυτόν τον υπέρφωτο γνόφο ευχόμαστε κι εμείς να φθάσωμε, ώστε δια μέσου της αβλεψίας και της αγνωσίας να ιδούμε και να γνωρίσουμε αυτόν που είναι επάνω από κάθε θέα και γνώση, ακριβώς με το μη ιδείν και με το μη γνώναι (διότι τούτο είναι η πραγματική θέα και γνώσις), καινα υμνήσωμε τον υπερούσιο υπερουσίως δια της αφαιρέσεως όλων των όντων, σαν αυτούς που κατασκευάζουν ένα φυσικό άγαλμα. αυτοί αφαιρούν όλα τα πρόσθετα υλικά του αγάλματος που εμποδίζουν την καθαρή θέα της κρυμμένης μορφής και με μόνη αυτή την αφαίρεση επιτρέπουν να φανεί καθαρό το απόκρυφο κάλλος.Πρέπει δε, όπως νομίζω, να υμνήσωμε τις αφαιρέσεις κατά τρόπο αντίστροφο προς τις θέσεις. Πράγματι εκείνες μεν, τις θέσεις, τις εθέταμε, ξεκινώντας από τα πρώτα και κατεβαίνοντας δια των μεσαίων προς τα τελευταία. εδώ όμως αφαιρούμε τα πάντα, πραγματοποιώντας τις αναβάσεις από τα τελευταία προς τα αρχικώτερα, για να γνωρίσου με ακάλυπτη εκείνη την αγνωσία που περικαλύπτεται από το πλήθος των γνώσεων που ευρίσκονται σε όλα στα αισθητά όντα, και για να ιδούμε εκείνον τον υπερούσιο γνόφο που αποκρύπτεται από όλο το φως που ευρίσκεται στα αισθητά όντα.

Κεφάλαιο 3ο ‐Ποιες είναι οι καταφατικές και ποιες οι αποφατικές Θεολογίες

Στις Θεολογικες Υποτυπώσεις υμνήσαμε τα κυριότερα σημεία της καταφατικής Θεολογίας, δηλαδή πώς η θεία και αγαθή φύση αποκαλείται Ενική (ομοούσια) και πώς Τριαδική (τρισυπόστατη). ποιες οι ιδιότητες του Πατρός, ποιες του Υιού. τι θέλει να δηλώσει η θεολογία που εκπορεύεται από το Άγιο Πνεύμα. πώς από τα βάθη του άυλου και αμέριστου Αγαθού (Πατρός) βλάστησαν τα φώτα της αγαθότητος και πώς ο Πατήρ και τα άλλα πρόσωπα καθαυτά και μεταξύ τους παραμένουν παντοτεινά αχώριστα και αμετάβλητα. πώς ο υπερούσιος Ιησούς ουσιώνεται κατά την αληθινή ανθρώπινη φύση. και όσα άλλα υμνούνται στις Θεολογικές Υποτυπώσεις σύμφωνα και με των Γραφών τους λόγους. Στο Περί θείων Ονομάτων περιλαμβάνεται πώς ο Θεός λέγεται αγαθός και ων και ζωή και σοφία και δύναμη και όσα άλλα ανήκουν στη νοητή τάξη των θείων ονομάτων. και στη Συμβολική Θεολογία πώς μεταβαίνουμε από τις ονομασίες των αισθητών σε αυτές των θείων. τι λέμε θείες μορφές, τι θεία σχήματα και μέρη και όργανα, τι θείους τόπους και κόσμους, τι θυμούς και λύπες, τι οργή, τι μέθη και τι κραιπάλη, τι όρκους και τι κατάρες, τι ύπνους και τι εγρηγόρσεις και όσα άλλα αναφέρονται στους συμβολικούς και ιερούς θείους τύπους. Και νομίζω πως κι εσύ θα είδες ότι αυτά τα τελευταία απαιτούν πολύ περισσότερα λόγια από τα πρώτα. γιατί οι Θεολογικές Υποτυπώσεις και η ανάπτυξη των Θείων Ονομάτων είναι συντομότερα από τη Συμβολική θεολογία. Επειδή όσο ψηλότερα ανεβαίνουμε, τόσο οι λόγοι που συνοψίζουν τα νοητά περικόπτονται. όπως ακριβώς και τώρα, όσο εισδύουμε στον υπέρθεο γνόφο, όχι μόνο λιγόλογοι γινόμαστε, αλλά χάνουμε εντελώς τη μιλιά μας και το νου μας. Και ενώ εκεί ‐ σε εκείνες τις συγγραφές ‐ ο λόγος όσο κατερχόταν από τα υψηλά στα χαμηλότερα τόσο και πλήθαινε, τώρα, που από κάτω υψώνεται και ανέρχεται, όσο προχωρεί η άνοδος συστέλλεται και στο τέλος της ανόδου σιγά και ολόκληρος ενώνεται με τον Άλεκτο. Γιατί όμως λέμε ότι στις καταβάσεις (καταφατική οδός) αρχίζουμε από τα πρώτα ενώ στις αφαιρέσεις (αποφατική οδός) αρχίζουμε από τατελευταία;

Επειδή μιλώντας καταφατικά και με ορισμούς δεν μπορούμε να ορίσουμε Εκείνο που ξεπερνά κάθε ορισμό παρά μιλώντας για τα συγγενικά με αυτό και τα πλησιέστερα. Για παράδειγμα: η ζωή και η αγαθότητα δεν είναι πλησιέστερα απʹ ότι ο αέρας και το λιθάρι; Όταν πάλι μιλούμε αποφατικά, για να μιλήσουμε γιʹ Αυτό που ξεπερνά κάθε αφαίρεση, αρχίζουμε τις αφαιρέσεις από τα πιο μακρινά και άσχετα. Για παράδειγμα: πιο μακρινό και άσχετο δεν είναι να πούμε ότι δεν μεθάει και δεν οργίζεται απʹ όσο να πούμε ότι δεν λέγεται και δεν νοείται;

Κεφάλαιο 4‐ Ότι δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αισθητά ο καθʹ υπεροχήν αίτιος κάθε αισθητού

Λέμε λοιπόν ότι η αιτία των πάντων, που είναι επάνω απʹ όλα, δεν είναι ούτε χωρίς ουσία, ούτε χωρίς ζωή, ούτε άλογη, ούτε χωρίς νου, ούτε σώμα είναι, ούτε σχήμα, ούτε είδος, ούτε ποιότητα ή ποσότητα ή όγκος. ούτε σε τόπο είναι ούτε βλέπεται, ούτε έρχεται σε επαφή, ούτε αισθάνεται, ούτε είναι αισθητή, ούτε οδηγείται σε σύγχυση και ταραχή εξαιτίας ενόχλησης υλικών παθών, ούτε είναι αδύναμη υποκύπτοντας σε πάθη των αισθήσεων, ούτε στερείται φωτός. Επίσης δεν υπόκειται σε αλλοίωση ή φθορά ή μερισμό ή στέρηση ή ροή ή σε κάτι άλλο αισθητό, ούτε είναι κάτι από αυτά.

Κεφάλαιο 5 ‐Ότι δέν συγκαταλέγεται στά νοητά ο καθʹ υπεροχή αίτιος κάθε νοητού

Ανεβαίνοντας ακόμη περισσότερο λέμε ότι ο αίτιος των πάντων δεν είναι ούτε ψυχή ούτε νους, ότι δεν έχει φαντασία ή γνώμη, ή λόγο ή νόηση, ούτε λόγος είναι ούτε νόηση, ούτε λέγεται ούτε νοείται. ούτε αριθμός είναι, ούτε τάξις, ούτε μέγεθος ούτε μικρότης, ούτε ισότης ούτε ανισότης, ούτε ομοιότης ή ανομοιότης. ούτε στέκεται ούτε κινείται ούτε ησυχάζει, ούτε δύναμη έχει ούτε δύναμις είναι, ούτε φως, ούτε ζει, ούτε ζωή είναι, ούτε ουσία είναι, ούτε αιών, ούτε χρόνος. ούτε υφίσταται νοητή επαφή μαζί του, ούτε επιστήμη, ούτε αλήθεια είναι, ούτε βασιλεία, ούτε σοφία. ούτε ένα είναι, ούτε ενότης, ούτε θεότης ή αγαθότης, ούτε πνεύμα είναι κατά τα μέτρα της γνωστικής ικανότητός μας, ούτε υιότης ούτε πατρότης ούτε τίποτε άλλο από τα γνωστά σʹ εμάς ή σε κάποιο άλλο ον. δεν είναι κάποιο από τα μη όντα. ούτε κάποιο από τα όντα, ούτε τα όντα γνωρίζουν αυτή καθʹ εαυτήν ούτε αυτή γνωρίζει τα όντα αυτά καθʹ εαυτά. ούτε λόγος υπάρχει γιʹ αυτή ούτε όνομα ούτε γνώσις, ούτε σκότος είναι ούτε φως, ούτε πλάνη ούτε αλήθεια. ούτε θέσις της υπάρχει καθόλου, ούτε αφαίρεσις, αλλά ακόμη και όταν δεχόμαστε τις θέσεις και τις αφαιρέσεις των πραγμάτων που είναι παρακάτω από αυτήν, αυτήν την ίδια ούτε τη θέτομε ούτε την αφαιρούμε. διότι η τελεία και ενιαία αιτία των πάντων είναι επάνω από κάθε θέση και η υπεροχή εκείνου που είναι απηλλαγμένος από όλα γενικώς τα πράγματα κι ευρίσκεται επέκεινα των όλων είναι επάνω από κάθε αφαίρεση.

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

1. Τριὰς ὑπερούσιε καὶ ὑπέρθεε καὶ ὑπεράγαθε, τῆς Χριστιανῶν ἔφορε θεοσοφίας, ἴθυνον ἡμᾶς ἐπὶ τὴν τῶν μυστικῶν λογίων ὑπεράγνωστον καὶ ὑπερφαῆ καὶ ἀκροτάτην κορυφήν∙ ἔνθα τὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπόλυτα καὶ ἄτρεπτα τῆς θεολογίας μυστήρια κατὰ τὸν ὑπέρφωτον ἐγκεκάλυπται τῆς κρυφιομύστου σιγῆς γνόφον, ἐν τῷ σκοτεινοτάτῳ τὸ ὑπερφανέστατον ὑπερλάμποντα καὶ ἐν τῷ πάμπαν ἀναφεῖ καὶ ἀοράτῳ τῶν ὑπερκάλων ἀγλαϊῶν ὑπερπληροῦντα τοὺς ἀνομμάτους νόας. Ἐμοὶ μὲν οὖν ταῦτα ηὔχθω∙ σὺ δέ, ὦ φίλε Τιμόθεε, τῇ περὶ τὰ μυστικὰ θεάματα συντόνῳ διατριβῇ καὶ τὰς αἰσθήσεις ἀπόλειπε καὶ τὰς νοερὰς ἐνεργείας καὶ πάντα αἰσθητὰ καὶ νοητὰ καὶ πάντα οὐκ ὄντα καὶ ὄντα καὶ πρὸς τὴν ἕνωσιν, ὡς ἐφικτόν, ἀγνώστως ἀνατάθητι τοῦ ὑπὲρ πᾶσαν οὐσίαν καὶ γνῶσιν∙ τῇ γὰρ ἑαυτοῦ καὶ πάντων ἀσχέτῳ καὶ ἀπολύτῳ καθαρῶς ἐκστάσει πρὸς τὸν ὑπερούσιον τοῦ θείου σκότους ἀκτῖνα, πάντα ἀφελὼν καὶ ἐκ πάντων ἀπολυθείς, ἀναχθήσῃ.

2. Τούτων δὲ ὅρα, ὅπως μηδεὶς τῶν ἀμυήτων ἐπακούσῃ∙ τούτους δέφημι τοὺς ἐν τοῖς οὖσιν ἐνισχημένους καὶ οὐδὲν ὑπὲρ τὰ ὄνταὑπερουσίως εἶναι φανταζομένους, ἀλλʹ οἰομένους εἰδέναι τῇ καθʹαὑτοὺς γνώσει τὸν θέμενον «σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ». Eἰ δὲ ὑπὲρτούτους εἰσὶν αἱ θεῖαι μυσταγωγίαι, τί ἄν τις φαίη περὶ τῶν μᾶλλονἀμύστων, ὅσοι τὴν πάντων ὑπερκειμένην αἰτίαν καὶ ἐκ τῶν ἐν τοῖςοὖσιν ἐσχάτων χαρακτη ρίζουσιν καὶ οὐδὲν αὐτὴν ὑπερέχειν φασὶτῶν πλαττομένων αὐτοῖς ἀθέων καὶ πολυειδῶν μορφωμάτων; Δέον ἐπʹαὐτῇ καὶ πάσας τὰς τῶν ὄντων τιθέναι καὶ καταφάσκειν θέσεις, ὡςπάντων αἰτίᾳ, καὶ πάσας αὐτὰς κυριώτερον ἀποφάσκειν, ὡς ὑπὲρπάντα ὑπερούσῃ, καὶ μὴ οἴεσθαι τὰς ἀποφάσεις ἀντικειμένας εἶναιταῖς καταφάσεσιν, ἀλλὰ πολὺ πρότερον αὐτὴν ὑπὲρ τὰς στερήσειςεἶναι τὴν ὑπὲρ πᾶσαν καὶ ἀφαίρεσιν καὶ θέσιν.3. Oὕτω γοῦν ὁ θεῖος Βαρθολομαῖός φησι καὶ πολλὴν τὴν θεολογίανεἶναι καὶ ἐλαχίστην καὶ τὸ Eὐαγγέλιον πλατὺ καὶ μέγα καὶ αὖθις συντετμημένον, ἐμοὶ δοκεῖν ἐκεῖνο ὑπερφυῶς ἐννοήσας, ὅτι καὶπολύλογός ἐστιν ἡ ἀγαθὴ πάντων αἰτία καὶ βραχύλεκτος ἅμα καὶἄλογος, ὡς οὔτε λόγον οὔτε νόησιν ἔχουσα, διὰ τὸ πάντων αὐτὴνὑπερουσίως ὑπερκει μένην εἶναι καὶ μόνοις ἀπερικαλύπτως καὶἀληθῶς ἐκφαινομένην τοῖς καὶ τὰ ἐναγῆ πάντα καὶ τὰ καθαρὰδιαβαίνουσι καὶ πᾶσαν πασῶν ἁγίων ἀκροτήτων ἀνάβασινὑπερβαίνουσι καὶ πάντα τὰ θεῖα φῶτα καὶ ἤχους καὶ λόγουςοὐρανίους ἀπολιμπάνουσι καὶ «εἰς τὸν γνόφον» εἰσδυομένοις, «οὗ»ὄντως ἐστίν, ὡς τὰ λόγιά φησιν, ὁ πάντων ἐπέκεινα. Καὶ γὰρ οὐχἁπλῶς ὁ θεῖος Μωϋσῆς ἀποκαθαρθῆναι πρῶτον αὐτὸς κελεύεται καὶαὖθις τῶν μὴ τοιούτων ἀφορισθῆναι καὶ μετὰ πᾶσαν ἀποκάθαρσινἀκούει τῶν πολυφώνων σαλπίγγων καὶ ὁρᾷ φῶτα πολλὰ καθαρὰςἀπαστράπτοντα καὶ πολυχύτους ἀκτῖνας∙ εἶτα τῶν πολλῶνἀφορίζεται καὶ μετὰ τῶν ἐκκρίτων ἱερέων ἐπὶ τὴν ἀκρότητα τῶνθείων ἀναβάσεων φθάνει. Κἀν τούτοις αὐτῷ μὲν οὐ συγγίνεται τῷ θεῷ,θεωρεῖ δὲ οὐκ αὐτόν (ἀθέατος γάρ), ἀλλὰ τὸν τόπον, οὗ ἔστη. (Τοῦτοδὲ οἶμαι σημαίνειν τὸ τὰ θειότατα καὶ ἀκρότατα τῶν ὁρωμένων καὶνοουμένων ὑποθετικούς τινας εἶναι λόγους τῶν ὑποβεβλημένων τῷπάντα ὑπερέχοντι, διʹ ὧν ἡ ὑπὲρ πᾶσαν ἐπίνοιαν αὐτοῦ παρουσίαδείκνυται ταῖς νοηταῖς ἀκρότησι τῶν ἁγιω τάτων αὐτοῦ τόπωνἐπιβατεύουσα). Καὶ τότε καὶ αὐτῶν ἀπολύεται τῶν ὁρωμένων καὶ τῶνὁρώντων καὶ εἰς τὸν γνόφον τῆς ἀγνωσίας εἰσδύνει τὸν ὄντωςμυστικόν, καθʹ ὃν ἀπομύει πάσας τὰς γνωστικὰς ἀντιλήψεις, καὶ ἐντῷ πάμπαν ἀναφεῖ καὶ ἀοράτῳ γίγνεται, πᾶς ὢν τοῦ πάντων ἐπέκεινακαὶ οὐῥῥδενός, οὔτε ἑαυτοῦ οὔτε ἑτέρου, τῷ παντελῶς δὲ ἀγνώστῳ τῇπάσης γνώσεως ἀνενεργησίᾳ κατὰ τὸ κρεῖττον ἑνούμενος καὶ τῷμηδὲν γινώσκειν ὑπὲρ νοῦν γινώσκων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Κατὰ τοῦτον ἡμεῖς γενέσθαι τὸν ὑπέρφωτον εὐχόμεθα γνόφον καὶ διʹἀβλεψίας καὶ ἀγνωσίας ἰδεῖν καὶ γνῶναι τὸν ὑπὲρ θέαν καὶ γνῶσιναὐτῷ τῷ μὴ ἰδεῖν μηδὲ γνῶναι–τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὄντως ἰδεῖν καὶγνῶναι –καὶ τὸν ὑπερούσιον ὑπερουσίως ὑμνῆσαι διὰ τῆς πάντων τῶνὄντων ἀφαιρέσεως, ὥσπερ οἱ αὐτοφυὲς ἄγαλμα ποιοῦντες ἐξαιροῦντεςπάντα τὰ ἐπιπροσθοῦντα τῇ καθαρᾷ τοῦ κρυφίου θέᾳ κωλύματα καὶαὐτὸ ἐφʹ ἑαυτοῦ τῇ ἀφαιρέσει μόνῃ τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀναφαίνοντεςκάλλος. Χρὴ δέ, ὡς οἶμαι, τὰς ἀφαιρέσεις ἐναντίως ταῖς θέσεσινὑμνῆσαι∙ καὶ γὰρ ἐκείνας μὲν ἀπὸ τῶν πρωτίστων ἀρχόμενοι καὶ διὰμέσων ἐπὶ τὰ ἔσχατα κατιόντες ἐτίθεμεν∙ ἐνταῦθα δὲ ἀπὸ τῶνἐσχάτων ἐπὶ τὰ ἀρχικώτατα τὰς γνῶμεν ἐκείνην τὴν ἀγνωσίαν τὴνὑπὸ πάντων τῶν γνωστῶν ἐν πᾶσι τοῖς οὖσι περικεκαλυμμένην καὶτὸν ὑπερούσιον ἐκεῖνον ἴδωμεν γνόφον τὸν ὑπὸ παντὸς τοῦ ἐν τοῖςοὖσι φωτὸς ἀποκρυπτόμενον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Ἐν μὲν οὖν ταῖς Θεολογικαῖς Ὑποτυπώσεσι τὰ κυριώτατα τῆς καταφατικῆς θεολογίας ὑμνήσαμεν, πῶς ἡ θεία καὶ ἀγαθὴ φύσις ἑνικὴλέγεται, πῶς τριαδική∙ τίς ἡ κατʹ αὐτὴν λεγομένη πατρότης τε καὶυἱότης∙ τί βούλεται δηλοῦν ἡ τοῦ πνεύματος θεολογία∙ πῶς ἐκ τοῦἀΰλου καὶ ἀμεροῦς ἀγαθοῦ τὰ ἐγκάρδια τῆς ἀγαθότητος ἐξέφυ φῶτακαὶ τῆς ἐν αὐτῷ καὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐν ἀλλήλοις συναϊδίου τῇἀναβλαστήσει μονῆς ἀπομεμένηκεν ἀνεκφοίτητα∙ πῶς ὁ ὑπερούσιοςἸησοῦς ἀνθρωποφυϊκαῖς ἀληθείαις οὐσίωται καὶ ὅσα ἄλλα πρὸς τῶνλογίων ἐκπεφασμένα κατὰ τὰς Θεολογικὰς Ὑποτυπώσεις ὕμνηται.Ἐν δὲ τῷ Περὶ Θείων Ὀνομάτων, πῶς ἀγαθὸς ὀνομάζεται, πῶς ὤν, πῶςζωὴ καὶ σοφία καὶ δύναμις καὶ ὅσα ἄλλα τῆς νοητῆς ἐστι θεωνυμίας.Ἐν δὲ τῇ Συμβολικῇ Θεολογίᾳ, τίνες αἱ ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν ἐπὶ τὰ θεῖαμετωνυμίαι, τίνες αἱ θεῖαι μορφαί, τίνα τὰ θεῖα σχήματα καὶ μέρη καὶὄργανα, τίνες οἱ θεῖοι τόποι καὶ κόσμοι, τίνες οἱ θυμοί, τίνες αἱ λῦπαικαὶ αἱ μήνιδες, τίνες αἱ μέθαι καὶ αἱ κραιπάλαι, τίνες οἱ ὅρκοι καὶ τίνεςαἱ ἀραί, τίνες οἱ ὕπνοι καὶ τίνες αἱ ἐγρηγόρσεις καὶ ὅσαι ἄλλαι τῆςσυμβολικῆς εἰσι θεοτυπίας ἱερόπλαστοι μορφώσεις. Καί σε οἴομαισυνεωρακέναι, πῶς πολυλογώτερα μᾶλλόν ἐστι τὰ ἔσχατα τῶνπρώτων∙ καὶ γὰρ ἐχρῆν τὰς Θεολογικὰς Ὑποτυπώσεις καὶ τὴν τῶνΘείων Ὀνομάτων ἀνάπτυξιν βραχυλογώτερα εἶναι τῆς Συμ βολικῆςΘεολογίας. Ἐπείπερ ὅσῳ πρὸς τὸ ἄναντες ἀνανεύομεν, τοσοῦτον οἱλόγοι ταῖς συνόψεσι τῶν νοητῶν περιστέλλονται∙ καθάπερ καὶ νῦν εἰςτὸν ὑπὲρ νοῦν εἰσδύνοντες γνόφον οὐ βραχυλογίαν, ἀλλʹ ἀλογίανπαντελῆ καὶ ἀνοησίαν εὑρήσομεν. Κἀκεῖ μὲν ἀπὸ τοῦ ἄνω πρὸς τὰἔσχατα κατιὼν ὁ λόγος κατὰ τὸ ποσὸν τῆς καθόδου πρὸς ἀνάλογονπλῆθος ηὐρύνετο∙ νῦν δὲ ἀπὸ τῶν κάτω πρὸς τὸ ὑπερκείμενον ἀνιὼνκατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνόδου συστέλλεται καὶ μετὰ πᾶσαν ἄνοδον ὅλωςἄφωνος ἔσται καὶ ὅλως ἑνωθήσεται τῷ ἀφθέγκτῳ. Διὰ τί δὲ ὅλως, φῄς,ἀπὸ τοῦ πρωτίστου θέμενοι τὰς θείας θέσεις ἀπὸ τῶν ἐσχάτωνἀρχόμεθα τῆς θείας ἀφαιρέσεως; Ὅτι τὸ ὑπὲρ πᾶσαν τιθέντας θέσινἀπὸ τοῦ μᾶλλον αὐτῷ συγγενεστέρου τὴν ὑποθετικὴν κατάφασινἐχρῆν τιθέναι∙ τὸ δὲ ὑπὲρ πᾶσαν ἀφαίρεσιν ἀφαιροῦντας ἀπὸ τῶνμᾶλλον αὐτοῦ διεστηκότων ἀφαιρεῖν. Ἢ οὐχὶ μᾶλλόν ἐστι ζωὴ καὶἀγαθότης ἢ ἀὴρ καὶ λίθος; Καὶ μᾶλλον οὐ κραιπαλᾷ καὶ οὐ μηνιᾷ ἢοὐ λέγεται οὐδὲ νοεῖται;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Λέγομεν οὖν, ὡς ἡ πάντων αἰτία καὶ ὑπὲρ πάντα οὖσα οὔτε ἀνούσιόςἐστιν οὔτε ἄζωος, οὔτε ἄλογος οὔτε ἄνους∙ οὐδὲ σῶμά ἐστιν οὔτεσχῆμα, οὔτε εἶδος οὔτε ποιότητα ἢ ποσότητα ἢ ὄγκον ἔχει∙ οὐδὲ ἐντόπῳ ἐστὶν οὔτε ὁρᾶται οὔτε ἐπαφὴν αἰσθητὴν ἔχει∙ οὐδὲ αἰσθάνεταιοὔτε αἰσθητή ἐστιν∙ οὐδὲ ἀταξίαν ἔχει καὶ ταραχήν, ὑπὸ παθῶνὑλικῶν ἐνοχλουμένη, οὔτε ἀδύναμός ἐστιν, αἰσθητοῖς ὑποκειμένησυμπτώμασιν, οὔτε ἐν ἐνδείᾳ ἐστὶ φωτός∙ οὐδὲ ἀλλοίωσιν ἢ φθορὰν ἢμερισμὸν ἢ στέρησιν ἢ ∙εῦσιν οὔτε ἄλλο τι τῶν αἰσθητῶν οὔτε ἐστὶνοὔτε ἔχει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Aὖθις δὲ ἀνιόντες λέγομεν, ὡς οὔτε ψυχή ἐστιν οὔτε νοῦς, οὔτε φαντασίαν ἢ δόξαν ἢ λόγον ἢ νόησιν ἔχει∙ οὐδὲ λόγος ἐστὶν οὔτε νόησις,οὔτε λέγεται οὔτε νοεῖται∙ οὔτε ἀριθμός ἐστιν οὔτε τάξις, οὔτε μέγεθοςοὔτε σμικρότης, οὔτε ἰσότης οὔτε ἀνισότης, οὔτε ὁμοιότης ἢἀνομοιότης∙ οὔτε ἕστηκεν οὔτε κινεῖται οὔτε ἡσυχίαν ἄγει∙ οὐδὲ ἔχειδύναμιν οὔτε δύναμίς ἐστιν οὔτε φῶς∙ οὔτε ζῇ οὔτε ζωή ἐστιν∙ οὔτεοὐσία ἐστὶν οὔτε αἰὼν οὔτε χρόνος∙ οὐδὲ ἐπαφή ἐστιν αὐτῆς νοητὴοὔτε ἐπιστήμη, οὔτε ἀλήθειά ἐστιν οὔτε βασιλεία οὔτε σοφία, οὔτε ἓνοὔτε ἑνότης, οὔτε θεότης ἢ ἀγαθότης∙ οὐδὲ πνεῦμά ἐστιν, ὡς ἡμᾶςεἰδέναι, οὔτε υἱότης οὔτε πατρότης οὔτε ἄλλο τι τῶν ἡμῖν ἢ ἄλλῳ τινὶτῶν ὄντων συνεγνωσμένων∙ οὐδέ τι τῶν οὐκ ὄντων, οὐδέ τι τῶν ὄντωνἐστίν, οὔτε τὰ ὄντα αὐτὴν γινώσκει, ᾗ αὐτή ἐστιν, οὔτε αὐτὴ γινώσκειτὰ ὄντα, ᾗ ὄντα ἐστίν∙ οὔτε λόγος αὐτῆς ἐστιν οὔτε ὄνομα οὔτεγνῶσις∙ οὔτε σκότος ἐστὶν οὔτε φῶς, οὔτε πλάνη οὔτε ἀλήθεια∙ οὔτεἐστὶν αὐτῆς καθόλου θέσις οὔτε ἀφαίρεσις, ἀλλὰ τῶν μετʹ αὐτὴν τὰςθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις ποιοῦντες αὐτὴν οὔτε τίθεμεν οὔτε ἀφαιροῦμεν,ἐπεὶ καὶ ὑπὲρ πᾶσαν θέσιν ἐστὶν ἡ παντελὴς καὶ ἑνιαία τῶν πάντωναἰτία καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἀφαίρεσιν ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πάντων ἁπλῶςἀπολελυμένου καὶ ἐπέκεινα τῶν ὅλων.

Αντίδωρο και Πρόσφορο – Τι σημαίνει το καθένα;

Η εικόνα ίσως περιέχει: άτομα που κάθονται και εσωτερικός χώρος

Αντίδωρο: Ο Ιερός Καβάσιλας μας λέει: «Ο άρτος που διανέμεται ως αντίδωρο, έχει από πριν αγιασθεί, επειδή προσφέρθηκε στον Θεό.

Όλοι οι εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί τον δέχονται με ευλάβεια μέσα στην δεξιά κυρτή τους παλάμη και ασπάζονται το δεξί χέρι του Ιερέως που πριν από λίγο ακούμπησε και κομμάτιασε το πανάγιο Σώμα του Σωτήρος Χριστού.

Επειδή αγιάσθηκε ολόκληρο, γι’ αυτό πιστεύεται από την Εκκλησία μας ότι το χέρι του λειτουργού μεταδίδει αυτόν τον αγιασμό σε όσους το αγγίζουν και το ασπάζονται»

Βασικά πράγματα που πρέπει να γνωρίζουμε για το αντίδωρο:

Πρέπει να μοιράζεται μέσα σε ησυχία και τάξη.

Το παίρνουμε από το χέρι του Ιερέα και όχι από το παγκάρι.

Τοποθετούμε το δεξί μας χέρι πάνω στο αριστερό και με ανοιχτή την παλάμη.

Οι ιεροψάλτες ψάλλουν ύμνους κατά την διάρκεια της διανομής.

Πρέπει να είμαστε νηστικοί για να το φάμε.

Το καταναλώνουμε όλο και δεν το πετάμε πουθενά.

Μην ξεχνάμε ότι δίνεται αντί-δώρου δηλαδή αντί για το μεγάλο δώρο που είναι η Θεία Κοινωνία, αλλά και ως επιπλέον δώρο για αυτούς που κοινώνησαν. Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι ουδεμία σύγκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ του αντιδώρου και της Θ. Κοινωνίας ή να θεωρηθεί το αντίδωρο ως «ισάξιο» της Θ. Κοινωνίας.

Πιο αναλυτικά (του π. Θεολόγου) :

α. Το αντίδωρο βγαίνει από τα πρόσφορα, που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θ. Λειτουργία (γι’αυτό και η ονομασία «πρόσφορο», από το ρήμα προσφέρω).

Το πρόσφορο ζυμώνεται με προσευχές και θυμιάματα και σφραγίζεται με τα σύμβολα του Χριστού μας ΙC XC ΝΙ ΚΑ. Γι’αυτό ήδη από την παρασκευή του ενέχει ευλογία, δεν είναι κοινός άρτος. Με το που προσφέρεται στο Άγιο Βήμα, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο αγιασμό.

Τελικά, αμέσως μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, όπου το τμήμα του προσφόρου, που προσκομίσθηκε στο Αγιο Δισκάριο και την Αγία Τράπεζα, έγινε Σώμα και Αίμα Χριστού, παίρνει ο Λειτουργός τα κάνιστρα με το Αντίδωρο ένα-ένα και τα υψώνει εμπρός από την Αγία Τράπεζα λέγοντας «Μέγα το Όνομα της Αγίας Τριάδος».

Αυτό είναι μιά προσομοίωση της πράξεως που προηγήθηκε στο «τα σα εκ των σων», όπου ο Λειτουργός ύψωσε και σχημάτισε στον αιθέρα το σχήμα του Τιμίου Σταυρού, δοξολογώντας ευγνωμονικά τον Πλαστουργό μας. Έτσι το Αντίδωρο αποκτά και μιά ακόμη ευλογία.

Επίσης ωρισμένοι Ιερείς λέγουν και μιά άλλη σύντομη ευχή (όχι απαραίτητη – η ευλογία κατέρχεται με τη Δοξολόγηση του εν Τριάδι Προσκυνητού και Λατρευτού Θεού μας):

«ευλόγησον, Κύριε, τους άρτους τούτους και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας αγίασον».

Ομοίως, άλλοι Λειτουργοί προσθέτουν έναν Θεομητορικό Ύμνο: «η το Χαίρε δι’Αγγέλου δεξαμένη και τεκούσα τον Κτίστην τον ίδιον, Παρθένε σώζε τους σε μεγαλύνοντας».

Και κάπου συνάντησα έναν ευσεβέστατο Εφημέριο (σε χωριό των Καλαβρύτων) που λειτουργεί καθημερινώς! να λέει «η το Χαιρε δι’ Αγγέλου δεξαμένη και τεκούσα τον Κτίστην τον ίδιον, Παρθένε Υπερένδοξε, Απειρόγαμε, Υπερευλογημένη, σώζε τους σε μεγαλύνοντας». Τούτο, πραγματικά, έχει τη θέση του, διότι το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου.

Είναι τμήμα του προσφόρου, απ’ όπου προήλθε ο Αμνός του Θεού. Και άκουσα κάποτε ένα παιδάκι που κοινώνησε να προσέρχεται στο Αντίδωρο και να λέει, «μαμά, να πάρουμε τώρα και την Παναγία μας».

β. Καλό είναι το Αντίδωρο να υπάρχει σε ένα κάνιστρο κοντά σε όσους κοινωνούν, ώστε αμέσως μετά τη Θ. Μετάληψη να λαμβάνουν ένα κομμάτι και να σπογγίζουν τα χείλη και το στόμα τους.

γ. Μερικοί αποζητούν το λεγόμενο «Ύψωμα». Αυτό είναι Αντίδωρο, αλλά τέτοιο κομμάτι που να διατηρεί τη σφραγίδα του Κυρίου (IC XC ΝΙ ΚΑ) πάνω του. Και το θεωρούμε πιό τιμητικό.

Το προσφέρει ο Ιερεύς σε όσους ήδη είχαν προσκομίσει πρόσφορο γιά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας, ή σε όσους τιμώνται (πχ Δήμαρχος του τόπου) ή σε συγγενείς ανθρώπου, του οποίου τελούμε Μνημόσυνο, προς παρηγορίαν τους μεγαλυτέρα.

Τούτο όμως δεν πρέπει να καταλήγει να γίνεται αφορμή ξεσυνέργιας ή παρεξηγήσεων. Ίδια είναι η ευλογία που παίρνουμε. Ακόμη και με τα ψίχουλα που απέμειναν στο κάνιστρο!! Κι’όσο πιό ευλαβική και κατανυκτική και ανώτερη και εύτακτη είναι η ψυχή μας, τόσο πιό πολύ ωφελούμεθα..

δ. Παίρνοντας το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, συγχρόνως και επικοινωνούμε μαζί του. Τον προσεγγίζουμε. Έκείνος λουσμένος στην ιερότητα και τη θεϊκή Χάρη (και στον ιδρώτα συχνά, έναν ξεχωριστό ιδρώτα κατανύξεως) κι’ οι εκκλησιαζόμενοι, που μέχρι τώρα ήταν απέναντι, κάπως απόμακροι, να έρχονται και να τον εγγίζουν, σα να εγγίζουν τον ίδιο το Χριστό μας.

Εκείνη τη στιγμή και ο Ιερέας θα δείξει μιά διακριτική οικειότητα προς κάθε ψυχή της Ενορίας του, θα τους χαιρετήσει με το όνομά τους, θα τους ευχηθεί, θα στείλει χαιρετίσματα σε κάποιον κατάκοιτο της οικογενείας κοκ. Λιτά όμως.

Και χωρίς διαχύσεις ή πληθωρικά χαμόγελα ή άσχετα θέματα και καθυστερήσεις. Μέσα στο κλίμα της Λειτουργίας!.

ε. Αρκετές φορές από τα πρόσφορα που έφεραν οι πιστοί περίσσεψαν πολλά. Είναι ευλογία αυτό. Δείχνει πόσο οι πιστοί συμμετέχουν στο μεγάλο γεγονός της Θ. Λειτουργίας. Οι Ιερείς κρατούν ωρισμένα, για να λειτουργήσουν ενδιαμέσως της εβδομάδος, και τα υπόλοιπα είναι επιτρεπτό να τα διοχετεύσουν σε σπίτια ευσεβών χριστιανών.

Σκεφθείτε μάλιστα όταν υπάρχει πανηγύρι, πόσα περισσεύουν!.. Δεν είναι άτοπο να τα παραλάβουν οι πιστοί, αλλά πρέπει να παρατεθούν στο τραπέζι, όπου καθόμαστε κανονικά και κάνουμε προσευχή, τραπέζι οικογενείας, όπου όλα είναι ευλογημένα και ιερά, και έτσι το πρόσφορο, που το λαμβάνουμε ως ψωμί, προσθέτει στην ιερότητα του τραπεζιού μας.

Υπάρχει και η περίπτωση να το φρυγανίσουμε λίγο, ώστε να διατηρηθεί και να το λαμβάνουμε με το τσάι μας. Ομοίως και ευλογημένο τμήμα Αντιδώρου μπορούμε να φρυγανίζουμε (γιά να διατηρηθεί πολλές μέρες), ώστε να λαμβάνουμε το πρωί κατά την προσευχή μας 

14 Σεπτεμβρίου : Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού

Η εικόνα ίσως περιέχει: 12 άτομα, άτομα που στέκονται, κείμενο και εσωτερικός χώρος

Μεγάλη δεσποτική εορτή της χριστιανοσύνης, με την οποία τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου η διπλή ανεύρεση του Σταυρού πάνω στον οποίο μαρτύρησε ο Ιησούς Χριστός.

Σύμφωνα με την παράδοση, το 326 η γηραιά μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Αυγούστα Ιουλία Φλαβία Ελένη, μετέβη στους Αγίους Τόπους για να φέρει στο φως τα διάφορα μέρη στα οποία έζησε και δίδαξε ο Ιησούς Χριστός. Στα Ιεροσόλυμα πραγματοποίησε μεγάλες ανασκαφές για να βρεθούν οι τόποι της Σταύρωσης και της Ανάστασης στο λόφο του Γολγοθά. Η μετέπειτα Αγία Ελένη οδηγήθηκε στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, τον γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίστηκε ύστερα από θαύμα, όταν τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε. Στη θέση αυτήν υπήρχε ο ναός της Αφροδίτης, που είχε ανεγείρει το 135 ο ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, μετά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Η Ελένη, αφού διέταξε να τον γκρεμίσουν, έχτισε στη θέση του τον περικαλλή ναό της Αναστάσεως, ο οποίος αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του χριστιανισμού. Ο Σταυρός του Κυρίου παραδόθηκε στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, ο οποίος τον τοποθέτησε στο ναό της Αναστάσεως στις 14 Σεπτεμβρίου 335. Η δεύτερη Ύψωση του Τιμίου Σταυρού σχετίζεται με τους Βυζαντινοπερσικούς Πολέμους (602-628). Το 614 οι Πέρσες κυρίευσαν την Παλαιστίνη και, αφού λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα του χριστιανισμού, πήραν μαζί τους ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Σταυρό μαγικό, εξαιτίας κάποιων θαυμάτων που έγιναν, και τον προσκυνούσαν. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, μετά την οριστική νίκη του εναντίον των Περσών, το 628, ανέκτησε το ιερό σύμβολο της χριστιανοσύνης και το μετέφερε αρχικά στην Κωνσταντινούπολη (14 Σεπτεμβρίου 629), όπου αποτέλεσε μέρος του θριάμβου του, και στη συνέχεια στα Ιεροσόλυμα. Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού εορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου. Στις εκκλησίες ψάλλεται, μεταξύ άλλων, το πασίγνωστο απολυτίκιο «Σώσον Κύριε τον λαόν σου…» και στους πιστούς μοιράζονται κλώνοι βασιλικού, εκκλησιαστική συνήθεια που πηγάζει από την παράδοση ότι στο μέρος όπου βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός είχε φυτρώσει το αρωματικό αυτό φυτό. Η Εκκλησία επιτάσσει την ημέρα αυτήν αυστηρή νηστεία. (Πηγή πληροφοριών: sansimera.gr)

<<Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου,

νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος

και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα>>.

Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!…..

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, εσωτερικός χώρος

Αυτός ο τσοµπάνος, που πήγε στον Παράδεισο, τον λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια και ζούσε µε την γυναίκα του απ’ τον κόσµο µακρυά, µε τα ζωντανά του και δεν κατέβαινε στο χωριό, παρά µονάχα για να πουλήσει τα τυριά του και να ψουνίσει τα χρειαζούµενα, ξεκίνησε να λέει ο Προκόπης.Μιάν ηµέρα το λοιπόν, όπου βρέθηκε στο χωριό για τις δουλειές του, πήγε να ανάψη ενα κερί στην εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος και καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί µιλούσεν ο παπάς στους χωριανούς του και τους έλεγε το κήρυγµα για τον ίσιον δρόµο του Θεού, που πάει ολόϊσια στον Παράδεισον, αν δεν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει να τραβούµεν ίσια και να είµαστε συµπονετικοί για κάθε άνθρωπον, όταν έχει την ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρηδες και να ελεούµε, γιατί το ίδιο κάνει και ο Θεός και ελεεί τον κόσµον όλον για να ζει και να πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός το ίδιο, τον συµπαθά πολύ και τον παίρνει στον Παράδεισον, όπου είναι η ζωή µεγαλείο ατελείωτον! «Ετσι τα έλεγεν ο παπάς κι έτσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου. Η Έκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί να τα πει, µαθές;

“Όλοι ακούγαµε τον απλοϊκόν τσοµπάνο, πού µιλούσε µε τον δικό του παραστατικόν τρόπο και κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν εδειχνε δυσκολία στο να έκφραστή αυθόρµητα και να πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, που είχε ένθουσιασθεί, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στην διήγηση του Προκόπη: Καί µετά τί έγινε: Πως πήγε στον Παράδεισον; “Όταν γύρισε στο καλύβι του, το είπε στην γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα να συναντήση τον Θεό. “Ετσι κι έγινε.Τήν άλλη µέρα πήρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε για τον Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στα χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς και το βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο και συνέχισε την άλλη µέρα τον ίσιο δρόµο για τον Παράδεισο. “Εφαγε και το ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα και την τέταρτη. Το ένα βουνό ανέβαινε, το άλλο κατέβαινε. Την πέµπτη µέρα πείνασε πολύ και σκέφτηκε τι να κάνη και που να βρει τροφή. Κι όταν άνέβηκε το βουνό, που ήταν µπροστά του, είδε στην απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. “Έσυρε λοιπόν και πήγε. Χτύπησε την πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του. Τον βάλανε λοιπόν µέσα στην εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένει, ώσπου να του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τις εικόνες και τις θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, ολοζώντανες. Μόνο, που δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στον σταυρό σταυρωµένον κι όλόγυµνο και µατωµένον τον Χριστό, αναφώνησε: “Ωχου, το παλληκάρι, το λαβώσανε οι άτιµοι! “Ωχου και τον έχουν κρεµασµένον ακόµα! Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του εφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης. Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε, πού µιλούσε στόν σταυρωµένον και τον ρώτησε: Μιλούσες µε κανέναν, άδερφέ; Ό Μαυρογένης, που υποψιάστηκε τον καλόγερον, πώς είναι απ” αύτούς, πού τον σταυρώσανε, δεν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στον σταυρωµένον: “Έ, παλληκάρι! Μπορείς να κατεβείς; από κει πάνω, να “ρθης να φαµε µαζί αυτά, που µου φέρανε; Θές να “ρθώ να σε κατεβάσω εγώ; “Οχι. Μπορώ καί µόνος µου να κατέβω. “Ερχοµαι. Κατέβηκε το λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης την αφήγησή του, κάθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. “Εκείνος τούπε να τον πάρει µαζί του, τώρα που πάει να συναντήσει τον Θεό. Θέλεις να σε πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός και θα σε λυπηθή και θα σε βάλη και σένα στον Παράδεισο. “Εγώ γι” αυτό πάω στον Θεό. “Ερχεσαι µαζί µου; Δεν πρόλαβε όµως ο Σταυρωµένος ν” άποκριθή, γιατί ακούστηκε να ερχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µε ανοιγµένα χέρια. Καί ο καλόγερος ρώτησε τον τσοµπάνο: Τώρα µη µου πης πως δεν µίλαγες µε κανέναν. Σ” ακουσα µε τα ίδια µου τ” αυτιά. Λέγε µε ποιόν µιλούσες; Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στην αρχή, δίστασε και στο τέλος είπε στον καλόγερο πώς μιλούσε με το κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, που το λυπήθηκε και το κάλεσε να φάνε μαζί το βρισκάμενο. Και είπε στον καλόγερο: Μη με μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω να πάω στον Παράδεισο και ο παπάς του χωριού μας είπε να πάρουμε τον ίσιο δρόμο και να είμαστε ψυχοπονιάρηκα. Κατάλαβες; Το λυπήθηκα λοιπόν το παλληκάρι και το κάλεσα να πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί. Κακό έκανα; “Οχι, όχι, καλά έκανες καί πάντα να συμπονάς τους άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ο καλόγερος με τα όσα του είπε ο τσομπάνος. Κι έτρεξε και τα φανέρωσε όλα στον Ήγούμενό του.

“Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οι καλόγεροι με τον Ήγούμενο στην εκκλησιά και βάλανε μετάνοια στον τσομπανο, που έφαγε μαζί με τον Σταυρωμένο Χριστό και τον παρακαλέσανε να πει καμμιά καλή κουβέντα και γι” αύτούς, όταν συναντήσει τον Θεό. Άμα τον δω τον Θεό, θα του πω και για σας, αλλά γιατί τό κρατάτε σταυρωμένο το παλληκάρι; Τί σας έκανε; Κατεβάστε το να φάη καί να ντυθη, που είναι ολόγυμνος καί πληγωμένος. Κι αν δεν τον θέλετε εσείς εδώ, τον παίρνω εγώ μαζί μου. Έκείνοι κοκκαλώσανε απ” τήν καλωσύνη και την αθωότητα του Μαυρογένη καί, αφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τον συνόδεψαν κάμποσο στον ίσιο δρόμο. που ακολουθούσε κι όταν εκείνος απομακρύνθηκε, τον βλέπανε πού δεν πάταγε στην γη, αλλά περπατούσε στον αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ” τα μάτια τους. Αυτός ο καλός άνθρωπος για μένα θα πήγε στον Παράδεισο τό δίχως άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τους πονεμένους, όπως κάνει κι ο Θεός. Έγώ γράμματα δεν ξέρω για να τα πω πιο όμορφα, αλλά θυμάμαι τον παππού μου τον Χαραλάμπη, που έλεγε πως ό,τι κάνεις σ” αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου κάνουνε κι εσένα στην άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή είναι n Ιστορία, που άκουσα.

Από το βιβλίο του π.Μ.Σωτήρχου «Οι εραστές του παραδείσου», εκδ. Αστήρ

Ένα πνευματικό αφιέρωμα στα Άγια Θεοφάνεια

Άγια Θεοφάνεια – Γιορτή σήμερα 6 Ιανουαρίου – ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ - ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Τα Άγια Θεοφάνεια είναι μία από τις αρχαιότερες εορτές της εκκλησίας μας η οποία θεσπίσθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στη φανέρωση της Αγίας Τριάδας κατά τη βάπτιση του Ιησού Χριστού.

Κατά τις ευαγγελικές περικοπές στις αρχές του 30ου έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης (ο Πρόδρομος), γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής, που ήταν 6 μήνες μεγαλύτερος του Χριστού, και διέμενε στην έρημο, ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας, βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό. Κατά δε τη στιγμή της Βάπτισης κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού και ταυτόχρονα από τον ουρανό ακούσθηκε φωνή που έλεγε ότι: Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα”. Η φράση αναφέρεται στα ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά, ενώ απουσιάζει από αυτό του Ιωάννη.

Αυτή δε είναι και η μοναδική φορά της εμφάνισης, στη Γη, της Αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος υπό του πλήρους «μυστηρίου» της Θεότητας. Τα θεοφάνεια ονομάζονται έτσι επειδή η φωνή του θεού ακούστηκε στη γη. Για αυτό ονομάστηκαν έτσι Θεό+Φάνεια. Ο θεός φάνηκε στην γη, θεός+φάνηκε. Το πότε καθιερώθηκε να εορτάζεται η μνήμη του γεγονότος της Βάπτισης του Ιησού δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα. Φαίνεται όμως ότι αναφάνηκε πολύ νωρίς στη πρώτη Εκκλησιά των Χριστιανών. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωμ. βιβλ. α΄) αναφέρει πως κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί στις αρχές του Β΄ αιώνα εόρταζαν την ημέρα της Βάπτισης του Κυρίου «προδιανυκτερεύοντες» και ότι η εορτή αυτή γινόταν κατ΄ άλλους μεν στις 6 Ιανουαρίου, κατ΄ άλλους στις 10 Ιανουαρίου.

Το Ευαγγέλιο των Αγίων Θεοφανείων του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 3

Ματθ. 3,1          Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας

Ματθ. 3,1                  Κατά τας ημέρας εκείνας (που ο Ιησούς εζούσε αφανής εις την Ναζαρέτ) έκαμε την εμφάνισίν του ο Ιωάννης ο βαπτιστής και εκήρυσσε εις την έρημος της Ιουδαίας (που ευρίσκεται εις τα βόρεια της Νεκράς θαλάσσης).

Ματθ. 3,2          καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ματθ. 3,2                 Και έλεγε· “μετανοείτε, αλλάξατε φρονήματα και ζωήν, διότι η βασιλεία των ουρανών (την οποίαν θα μας φέρη ο Μεσσίας) έχει πλέον πλησιάσει”.

Ματθ. 3,3          οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ῥηθεὶς ὑπὸ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.

Ματθ. 3,3                 Αυτός δε ο Ιωάννης ήτο εκείνος, δια τον οποίον είχε προφητεύσει ο Ησαΐας λέγων· “φωνή ανθρώπου ο οποίος κράζει μεγαλοφώνως εις την έρημον· Ετοιμάσατε τον δρόμον του Κυρίου, κάματε ευθείς και ομαλούς τους δρόμους αυτού· (δηλαδή προπαρασκευάσατε τις καρδιές σας και καθαρίσατε τις ψυχές σας, δια να τις επισκεφθή ο Κυριος).

Συνέχεια

Προφητείες και Ευαγγελικές αναφορές στη Γέννηση του Ιησού

Στους αρχαίους Έλληνες

Ηδη στην Μινωϊκή θρησκεία και στη συνέχεια από των Ομηρικών επών μέχρι των χρόνων της Κ. Διαθήκης είναι μαρτυρημένη η πίστη των αρχαίων Ελλήνων σε εμφανίσεις των θεών [θεοφανίες], είτε με τη μορφή, που νοούνται και παριστάνονται στην επίσημη θρησκεία και στην θρησκευτική κατασκευή ειδώλων, είτε υπό άλλη, επίσης ανθρώπινη συνηθέστατα, μορφή φανταστικού ή και πραγματικού ανθρώπου.

Έτσι ιστορείται για τους  κατοίκους της “Μεγάλης Ελλάδος” στη Ν. Ιταλία, “ότι θεωρούσαν τον Πυθαγόρα θεό, άλλοι μεν ως τον Πύθιο Απόλλωνα, άλλοι δε ως τον Παιάνα, άλλοι δε ως τον Υπερβόρειο Απόλλωνα, άλλοι δε ως κάποιον άλλον από τους Ολύμπιους θεούς, διαφημίζοντες ότι εφάνηκε στους παλαιότερους με ανθρώπινη μορφή για να χαρίσει στη θνητή φύση το σωτήριο έναυσμα της ευδαιμονίας και φιλοσοφίας”[xxxvi].

«Ο Αριστοτέλης στα βιβλία του “Περί της Πυθαγορικής Φιλοσοφίας” παραδίδει, ότι οι άνθρωποι έκαναν μία τέτοιου είδους διαίρεση για τα απόρρητα, το ένα είδος του λογικού όντος είναι θεός, το δεύτερο άνθρωπος και το τρίτο κάτι σαν τον Πυθαγόρα. Και απολύτως δικαιολογημένα τον θεωρούσαν σαν τέτοιου είδους, γιατί μέσω αυτού απέκτησαν (οι άνθρωποι) μία ιδέα… για τα πάντα μέσα στον κόσμο… τα ορατά και τα αόρατα… και η ιδέα που απέκτησαν ήταν ορθή και ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα… για να μπορέσουν να διακρίνουν αρχές και αιτίες των πάντων, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα από τον Πυθαγόρα»[xxxvii].

Και αυτός ο Πυθαγόρας, “ως να ήταν πραγματικά ο ίδιος θεός”, είπε προς τον Άβαριν τον Σκύθη από τους Υπερβόρειους, “ότι έχει έλθει για να υπηρετήσει και να θεραπεύσει τους ανθρώπους και γι’ αυτό είναι ανθρωπόμορφος, ώστε να μην ταράσσονται παραξενευόμενοι από την υπεροχή του και αποφεύγουν την μάθηση κοντά του”[xxxviii].

Στον Κρότωνα δε υποδεχθείς τους πρεσβευτές απ’ την Σύβαρη μίλησε κατά τέτοιο τρόπο, “ώστε και κάποιοι να τον νομίσουν ως τον Απόλλωνα”[xxxix].

Στον Ευριπίδη φέρεται να λέγει ο θεός Διόνυσος•

“αφού άλλαξα τη μορφή μου από θεού σε ανθρώπου ήρθα”[xl].

… και πιο κάτω στο ίδιο κείμενο• “άλλαξα και από θεός πήρα ανδρός μορφή κι ανθρώπου φύση”[xli].

Σαφής και πολύ χαρακτηριστική για την έντονη διαιώνια ιδέα περί θεανθρωπήσεως στους αρχαίους Έλληνες, ακόμη μέχρι και των χρόνων της Κ. Διαθήκης, είναι η μαρτυρία της, η οποία πληροφορεί ότι: κατά την επίσκεψη των  αποστόλων Βαρνάβα και Παύλου στα Λύστρα της Λυκαονίας, “οι όχλοι όταν είδαν τι πραγματοποίησε ο Παύλος”, ήτοι τη θαυματουργική θεραπεία του εκ γενετής χωλού, «φώναζαν δυνατά στη λυκαονική τους γλώσσα και έλεγαν:”Οι θεοί πήραν τη μορφή ανθρώπων και κατέβηκαν σ΄ εμάς”». Και ονόμαζαν τον μεν Βαρνάβα Δία, τον δε Παύλο Ερμή, γιατί αυτός κυρίως μιλούσε. Ο δε ιερέας του ναού του Διός ήθελε μαζί με το πλήθος να τους προσφέρει θυσία, ενώ οι Απόστολοι, κηρύσσοντες τον αληθινό Θεό, τον ζώντα, “μόλις και μετά βίας κατόρθωσαν να σταματήσουν τα πλήθη από το να τους προσφέρουν θυσία”[xliii]

Ένεκα τούτου και η προσδοκία θεανθρώπου λυτρωτού, “σωτήρα”, προβάλλει πιο έντονη και πιο έκδηλη στους αρχαίους Έλληνες. Αυτόν αναζητούντες στο πέρασμα των αιώνων, τον Ένα ύψιστο και μόνο Αληθινό Θεό, και ανικανοποίητοι από τους φανταστικούς θεούς, τους οποίους συνεχώς έπλαθαν λόγω αυτής της αναζήτησης, προσδοκούν και προαναγγέλλουν, ότι θα κατέλθει κάποτε ο Αναζητούμενος υπό μορφή ανθρώπου ως θεάνθρωπος σωτήρας και λυτρωτής, διότι με αυτόν τον τρόπο μόνο δύναται να γίνει γνωστός ο Θεός από τον άνθρωπο: δια της πραγματικής ενανθρωπήσεώς Του και δια της αυτοαποκαλύψεώς Του. Έτσι:

α.- Στον Αισχύλο (Προμηθέας Δεσμώτης): ο Προμηθέας, επειδή επαναστάτησε κατά της επί των πάντων κυριαρχίας του Δία, ήτοι επειδή βαρύτατα αμάρτησε, οφείλει ‘’να τιμωρηθεί’’, λόγω της ισχύουσας άτεγκτης τάξης, η οποία αξιώνει ανταπόδοση όσων έχουν διαπραχθεί (στίχ. 9-10)•  οπότε καταδικάζεται στην τρομερή τιμωρία της προσπασσάλωσής του στον βράχο (12 εξ.). Από αυτή την τραγική του θέση εκφράζει προς στιγμή την ελπίδα, ότι θα συγχωρηθεί από τον Θεό, ο οποίος είναι δίκαιος μεν, αλλά και “μακρόθυμος” (στίχ. 187 ε.). Αλλά έπειτα προλέγει, ότι ο λυτρωτής του θα είναι το παιδί, το οποίο θα γεννηθεί από την παρθένα Ιώ και τον Θεό (στίχ. 772 ε., 834 ε., 848 ε.), θα είναι υιός Θεού και υιός Παρθένου, ήτοι θεάνθρωπος, που θα γεννηθεί υπερφυσικά. Ο παρθενογέννητος αυτός θεάνθρωπος θα καταλύσει το κράτος των παλαιών θεών και θα αφανίσει αυτούς και την δύναμή τους (908 ε., 920 ε.).

Και ο Ερμής προλέγει στον Προμηθέα, ότι δεν πρέπει να περιμένει το τέλος των βασάνων του πριν να φανεί κάποιος Θεός, ο οποίος θα τον διαδεχτεί στο μαρτύριο και ο οποίος εκούσια θα κατέβει στον σκοτεινό Άδη και στα ζοφερά βάθη του Ταρτάρου, γινόμενος έτσι εκούσιο εξιλαστήριο θύμα για τη λύτρωση του δεσμώτη, λόγω της αμαρτίας, ανθρώπου, (που είχε καταδικαστεί) με θεία δίκαιη εντολή:

“Τέρμα στον πόνο αυτή μη καρτερείς,

πριν κάποιος θεός τις συμφορές σου να σηκώσει

και στον ανήλιαγο Άδη αντί για σένα

στους άφεγγους κατέβει του Ταρτάρου βυθούς”

(στίχ. 1026 ε.)

β. – Η έντονη αυτή στους αρχαίους Έλληνες θεανθρώπινη προσδοκία προβάλλει στην εποχή του Σωκράτη ακόμη πιο ξεκάθαρη και διδάσκεται απ’ αυτόν με πληρέστερη και καταπλήσσουσα διατύπωση.

Αρκεί η απλή αντιπαραβολή της μεγαλειώδους αυτής εικόνας και προρρήσεως προς το 53ο κεφάλαιο του Ησαΐα, για να μείνει έκπληκτος κάποιος από το θάμβος της θείας Πρόνοιας, που κυβερνά τα πάντα, η οποία με τόσο θαυμαστό τρόπο προεξαγγέλλει τα θαυμάσια της λύτρωσης του ανθρώπου από τον Θεάνθρωπο Λυτρωτή.

Κατά τον Σωκράτη, η προσεχής κάθοδος του Θεού στους ανθρώπους υπό μορφή ανθρώπου είναι τόσο αναγκαία, ώστε πρέπει να αναμένεται με ανεπιφύλακτη βεβαιότητα. Η βεβαιότητα αυτή σιγοκαίει και μεγαλύνει την εκ μέρους των Ελλήνων ασίγητη νοσταλγία προς ενατένιση του θεανθρώπου λυτρωτού, ως του πραγματικού ιστορικού Προσώπου που προσδοκάται.

Έτσι, στην απολογία του φέρεται ο Σωκράτης υπό του Πλάτωνος να λέγει προς τους δικαστές του:

“την υπόλοιπη ζωή σας θα την περάσετε στον πνευματικό λήθαργο, εάν ο Θεός δεν στείλει κάποιον άλλον προς εσάς, φροντίζοντας για σας”[xliv].

Αν και αυτός ο προσδοκώμενος θεόπεμπτος, ο οποίος θα εγκαινιάσει στον κόσμο περίοδο αφύπνισης και εγρήγορσης, θα είναι δικαιότατος και μέχρι τον θάνατό του αμετακίνητος στην δικαιοσύνη, όμως θα θεωρηθεί από τους ανθρώπους άδικος και θα υποστεί ταπεινώσεις, εξευτελισμούς και μαρτυρικό θάνατο με ανασκολοπισμό, ήτοι δια καρφώματος πάνω στον σκόλοπα, πάνω σε ψηλό ξύλο. Ιδού επί λέξει το επίσης καταπληκτικό χωρίο του Πλάτωνος, η ανάγνωση του οποίου  υπενθυμίζει τις περί δικαιοσύνης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και του πάθους Του παραστατικές προφητείες του Ησαΐου, κεφ. 40 ε.

“Ας τον απογυμνώσουμε λοιπόν από όλα τα άλλα, εκτός από τη δικαιοσύνη… έτσι χωρίς να έχει κάμει ποτέ την παραμικρότερη αδικία, ας τον θεωρούν για τον χειρότερο κακούργο, για να περάσει η αρετή του από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες… και ας μη παραστρατήσει από τον δρόμο του, ώσπου να πεθάνει, έτσι που να περνά σ’ όλη του τη ζωή για άδικος, ενώ αυτός ήταν ο πιο δίκαιος άνθρωπος… Και έτσι συμπεριφερόμενος ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, θα ριχτεί στις φυλακές, θα τυφλωθεί με πυρωμένο σίδερο, και τελευταία, αφού περάσει απ’ όλα τα βασανιστήρια, θα ανασκολοπιστεί”[xlv].

Η πρώτη Χριστιανική Γραμματεία θεώρησε αυτό το χωρίο ως σαφώς μεσσιανικό:

«Τι δε; δεν λέει παραπλήσια και η Γραφή; Ας απομακρύνουμε από μας τον δίκαιο, γιατί μας είναι δύσχρηστος. Ο Πλάτων προφητεύοντας, όχι μόνο τη σωτήρια οικονομία, στο δεύτερο (βιβλίο) της Πολιτείας λέγει τα εξής: “Και έτσι συμπεριφερόμενος ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, θα ριχτεί στις φυλακές• θα τυφλωθεί με πυρωμένο σίδερο, και τελευταία, αφού περάσει όλα τα βασανιστήρια, θα ανασκολοπιστεί (= παλουκωθεί)”»[xlvi].

Καταπληκτική για το θέμα μας είναι και η μεταξύ Σωκράτους και Αλκιβιάδη στιχομυθία στο ‘’Αλκιβιάδης δεύτερος’’ του Πλάτωνος [ΧΙΙΙ-ΧΙV, 150D ε.] που είναι αφιερωμένοστο θέμα της προσευχής.Ο Σωκράτης αναπτύσσει τις εξής αλήθειες: α) ότι οι προσευχόμενοι δεν γνωρίζουν ποιος είναι το πραγματικό τους συμφέρον, ώστε αυτό να ζητούν από τους θεούς• γι’ αυτό πολλές φορές ζητούν αυτά που δεν είναι για το συμφέρον τους, μεταξύ των οποίων ζητούν και το κακό των άλλων, β) ότι η προσευχή δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, εάν η υλική θυσία δεν προσφέρεται από ψυχή ευσεβή και δίκαιη: ‘’καθόσον μάλιστα θα ήταν φοβερό αν οι θεοί μας απέβλεπαν στα δώρα και στις θυσίες, και όχιστην ψυχή,αν δηλαδή κάποιος είναι ενάρετος και δίκαιος’’ και γ) ότι, τούτων εχόντων, η δια της προσευχής επικοινωνία με τον Θεό δεν είναι τόσο εύκολη, όσο φαίνεται, δεν είναι απαλλαγμένη από σφάλματα και κινδύνους και δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική. Από αυτά συνάγει ο Σωκράτης το συμπέρασμα, ότι στον άνθρωπο δεν υπολείπεται τίποτε άλλο παρά κατ’ ανάγκη να περιμένειμέχρι να φθάσει ο καιρός να διδαχθεί από κάποιονπως να συμπεριφέρεται προς τους θεούς και τους ανθρώπους,

“Είναι λοιπόν αναγκαίο να περιμένει κανείς, μέχρις ότου μάθει πως πρέπει προς τους θεούς και τους ανθρώπους να συμπεριφέρεται”.

Στην συμπερασματική αυτή διαπίστωση ο Αλκιβιάδης ερωτά:

“Πότε λοιπόν θα ‘ρθεί αυτός ο χρόνος, ω Σωκράτη, και ποιος είναι αυτός που θα τα διδάξει; Διότι πάρα πολύ ευχάριστα, νομίζω, θα έβλεπα αυτό τον άνθρωπο ποιος είναι”.

Στην ερώτηση αυτή ο Σωκράτης απαντά, ότι ο Αναμενόμενος Διδάσκαλος είναι:

“αυτός ο οποίος φροντίζει και για σένα”.

Η φροντίδα για όλους του ανθρώπουςείναι το έργο του Αναμενόμενου Διδασκάλου της Ανθρωπότητας. Για να τον γνωρίσει όμως εκείνος που θέλει, οφείλει πρώρα να αφαιρέσει από την ψυχή του την αχλύ (την πυκνή ομίχλη) με τον τρόπο, σύμφωνα με την αφήγηση του Ομήρου, που και η Αθηνά αφαίρεσε από τα μάτια του Διομήδη την αχλύ,

“ώστε καλά να ξεχωρίζεις τον θεό από τον άνθρωπο”[xlvii].

Επ’ αυτών λέγει ο Αλκιβιάδης:

“Ας τα αφαιρέσει λοιπόν, είτε το θάμπωμα θέλει, είτε οτιδήποτε άλλο• γιατί εγώ είμαι προδιατεθειμένος να μην αποφύγω τίποτε από όσα με διατάξει εκείνος, όποιος τυχόν κι αν είναι ο άνθρωπος αυτός, αν βέβαια πρόκειται να γίνω καλύτερος”.

Με την ομολογία αυτή ο Αλκιβιάδης εκδηλώνει α) τον πόθο του να γίνει καλύτερος του εαυτού του β) την εκ των προτέρων πεποίθησή του, ότι η βελτίωση του θα γίνει μόνο δια του Αναμενομένου Διδασκάλου και γ) την εσωτερική του προετοιμασία για αποδοχή των εντολών του Διδασκάλου χωρίς αντιρρήσεις.

Στο άκουσμα της τριπλής αυτής ομολογίας ο Σωκράτης επαναλαμβάνει, ότι ο μελλοντικός Διδάσκαλος, ο Αναμενόμενος,

“είναι βέβαιο ότι θα επιδείξει αξιοθαύμαστη προθυμία για σένα”•

έχει (τουτέστι, είναι βέβαιο ότι θα επιδείξει• είναι προφητική η χρήση του ενεστώτα) αξιοθαύμαστη φροντίδα για τον Αλκιβιάδη, δηλ. για τον κάθε άνθρωπο. Ήδη και πριν την εμφάνισή του στον κόσμο ο Αναμενόμενος έχει υπό την πλήρη φροντίδα του όλους τους ανθρώπους.

Σ’ αυτήν την περίπτωση – λέει ο Αλκιβιάδης , συμφωνούντος και του Σωκράτη – πρέπει να αναβάλλουμε την προσφορά θυσίας ‘’μέχρι τότε’’, δηλ. μέχρι του χρόνου, κατά τον οποίο ο Αναμενόμενος Διδάσκαλος θα μας διδάξει περί του πως πρέπει να προσευχόμαστε. Και ο Αλκιβιάδης παρατηρεί συμπερασματικά:

“στους θεούς δε και τα στεφάνια και όλα τα άλλα που ταιριάζουν, τότε θα τα προσφέρουμε, όταν δω να φθάνει εκείνη η μέρα.Θα έλθει δε όχι μετά από πολύ, εφ’ όσον αυτοί (οι θεοί) το θέλουν”. Στο τέλος δε του διαλόγου ο Σωκράτης λέγει, ότι διατρέχουν περίοδο “κλύδωνος”.

Από τον διάλογο αυτό προκύπτουν τα εξής:

α) ότι υπήρχε έντονη η προσδοκία περί προσεχούς παρουσίας κάποιου Υπερανθρώπου στη γη, ο οποίος, ως κατ’ εξοχήν αυθεντικός και με δικό του κύρος Παιδαγωγός και Διδάσκαλος, θα αποκάλυπτε στους ανθρώπους την αληθινή Θρησκεία [πως πρέπει προς θεούς να διακείμεθα] και την αληθινή Ηθική [πως πρέπει προς τους ανθρώπους να διακείμεθα] και θα παρείχε σαφείς εντολές, οι οποίες θα οδηγούσαν στην βελτίωση των ανθρώπων, οι οποίοι θα υποταχθούν στο υπεράνθρωπο αυτόνομο κύρος του Διδασκάλου (δεν θα αποφύγω τίποτε από εκείνα που προστάζει εκείνος, εάν πρόκειται βέβαια να γίνω καλύτερος).

β) Ότι η έντονη αυτή προσδοκία οφειλόταν στο συναίσθημα του ανθρώπου, πως η ψυχή του έχει συσκοτισθεί από την αχλύ στο μέσο “κλύδωνος”, η οποία καθιστά αδύνατη την λειτουργία των πνευματικών του οφθαλμών, οι οποίοι γι’ αυτό ποθούν το φως, και στο συναίσθημα, ότι υφίσταται ανάγκη βελτίωσης, την οποία οι άνθρωποι προσμένουν από τον προσδοκώμενο Διδάσκαλο ως δυνατή μόνο από αυτόν.

γ) Ότι λόγω αυτής της αυτεπιγνώσεως και της έντονης προς βελτίωση προσδοκίας έχουν οι άνθρωποι προετοιμαστεί για να δεχτούν  ανεπιφύλακτα την αυθεντία του Μέλλοντος Διδασκάλου και

δ) ότι αυτός δεν θα αργήσει να εμφανιστεί, όπου να ‘ναι θα έλθει, μέχρις ότου δε έλθει, πρέπει να μην συνεχίζεται η λατρεία με τον λανθασμένο τρόπο που τελείται, αλλά να αναβληθεί κάθε λατρειακή  εκδήλωση, για να διαφωτιστεί ο άνθρωπος με τον καιρό περί της αληθινής και θεοπρεπούς λατρείας από τον Προσδοκώμενο Υπεράνθρωπο Διδάσκαλο.

Γι’ αυτό εύλογα αναφωνεί ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς: “Δεν νομίζω ότι μπορούσε από τους Έλληνες σαφέστερα να επικυρωθεί ο Σωτήρας μας”[xlviii].

Συμπέρασμα
Καταδείξαμε ήδη, ότι ούτε η Φιλοσοφία, ούτε τα Μυστήρια κατόρθωσαν να προσφέρουν στον άνθρωπο αληθινή θεογνωσία και πραγματική κοινωνία με τον Θεό, δηλ. αληθινή λύτρωση. Φιλοσοφία και μυστήρια, νοητική λειτουργία και εποπτικό βίωμα, παρέμειναν στο στάδιο της ανάτασης προς τον Άφθαστον και της αναζήτησης του Αγνοούμενου. Παρέμειναν υποκειμενικές προσπάθειες, οι οποίες δεν κατόρθωσαν να φθάσουν το αντικείμενο της επιδιώξεώς τους. Δεν μπόρεσε μέσω αυτών ο άνθρωπος να γνωρίσει τον Θεό ούτε να ενωθεί με αυτόν, ώστε να μένει με τον Θεό και ο Θεός με αυτόν. Το λυτρωτικό αυτό ιδεώδες παρέμεινε νοσταλγία, η μεταξύ Θεού και ανθρώπου απόσταση παρέμεινε αγεφύρωτη, η νοσταλγία απραγματοποίητη και η λύτρωση, και ως αληθινή θεογνωσία και ως ένωση με τον Θεό, απραγματοποίητη, ενώ συγχρόνως αυτή αποτελούσε το πιο βαθύ ύψιστο επιτακτικό αίτημα της ανθρώπινης καρδιάς. Ο άνθρωπος αισθανόταν, την ανάγκη να βρει λύτρωση πραγματική, όπως ο ασθενής ζει την επιτακτική ανάγκη της ιάσεώς του. Οι πάντες αναζητούσαν λυτρωτή, ως σωτήρα και συγχρόνως ιατρό από τα δεινά της άγνοιας, της πλάνης και του εν τω κόσμω Κακού.

Προς στιγμήν η Στωική και η Επικούρειος φιλοσοφία στράφηκε προς το ιδανικό Ανώτερου Ανθρώπου, ώστε σε κάποιον από αυτούς που εκπλήρωσαν ή πραγματοποίησαν στο παρελθόν αυτό το ιδανικό να βρει ο άνθρωπος, τουλάχιστον, πρότυπο και κανόνα ζωής.

Ο Σενέκας πληροφορεί για τον Επίκουρο τα εξής: Οφείλουμε, λέει ο Επίκουρος, να αναζητήσουμε έναν οποιονδήποτε ευγενή άνθρωπο, τον οποίο να έχουμε πάντοτε προ οφθαλμών, για να ζούμε όπως αυτός, να μας αντικρύζει και να πράττουμε πάντοτε σαν αυτός να το βλέπει[xlix].

Και συνεχίζοντας ο Σενέκας γράφει προς τον φίλο του την ακόλουθη σύσταση: Ας έχει η καρδιά σου Κάποιον, για να τον τιμάς με κάποιο σεβασμό, ο οποίος να αγιάζει και την εσώτατή σου ύπαρξη. Ω! ευτυχής όποιος, και μόνο που σκέπτεται Εκείνον, και χωρίς την παρουσία του, βελτιώνεται! Αλλ’ ευτυχής και εκείνος, ο οποίος γνωρίζει να σέβεται κάποιον τόσο, ώστε, και μόνο με τον να τον σκέπτεται ρυθμίζει και διαπλάσσει τον εαυτόν του, σύμφωνα με την σκέψη για Εκείνον…

Διάλεξε λοιπόν και για τον εαυτό σου έναν Κάτωνα ή… έναν Λαίλιο… έναν οιονδήποτε, του οποίου η συμπεριφορά και ο λόγος να σου αρέσει, ο οποίος στην φυσιογνωμία του να φανερώνει αξιαγάπητη ψυχή: αυτόν, τον προστάτη σου, το πρότυπό σου, κράτα αδιαλείπτως μπροστά στα μάτια σου.

Σου λέω, έχουμε ανάγκη Κάποιου Ενός, σύμφωνα προς τον οποίον θα διαμορφωθεί ο χαρακτήρας μας. Χωρίς κανόνα δεν θα μπορέσεις να εξουδετερώσεις την παρεκτροπή[l].

Αλλ’ όπως ήταν φυσικό, ούτε μεταξύ των ζώντων ούτε μεταξύ των τεθνεώτων ήταν δυνατό να βρεθεί ο Ιδεώδης Άνθρωπος, ο οποίος να αποτελέσει για όλους τους ανθρώπους το αναζητούμενο κοινό ιδανικό πρότυπο για να ρυθμίσει τη ζωή του. Άλλοι μεν θεωρούσαν αυτόν, άλλοι δε τον άλλον και η έριδα περί του ποιος εξ αυτών είναι ο μεγαλύτερος καθιστούσε τους πάντες μικρούς, που υπολείπονταν του αναζητούμενου.

Εξ αυτού κατάλαβαν οι πάντες, τελικά, την ανάγκη να αποβλέψουν σε υπεργήϊνη βοήθεια, για να βγουν από την κατάσταση της αδυναμίας και του ανικανοποίητου, την οποία αισθανόντουσαν τόσο επώδυνη. Έτσι η λυτρωτική ανάγκη απέβη θρησκευτική. Εφόσον ούτε από μέσα, από τη φιλοσοφική ενόραση και τα βιώματα των μυστηρίων, ούτε από έξω, από τους αναζητηθέντες ιδανικούς ανθρώπους, επερχόταν η ποθούμενη λύτρωση. Μία οδός υπολειπόταν για να εύρει ο άνθρωπος την Αλήθεια και την ευτυχία: ηάνωθεν,δια της αποκαλύψεως αυτών από αυτόν τον ίδιο τον Θεό και την άμεση επικοινωνία του ανθρώπου με αυτόν, αλλά η επικοινωνία αυτή να είναι πραγματική.

Ο άνθρωπος ζητεί και θέλει να δει και να ακούσει τον Θεό, για να πειστεί, ότι βρίσκεται προ αυτού και να μπορέσει να ενωθεί πραγματικά μαζί του, ώστε να είναι πεπεισμένος, ότι Τον κατέχει και ζει σε αυτόν μαζί του.

Προσέτι κρινόταν, ότι ο ίδιος ο Θεός πρέπει να κατέβει στους ανθρώπους, διαφορετικά γινόταν ανέφικτη η λύση του δράματος από τους ανθρώπους. Να κατέβει όμως στο κόσμο, χωρίς συγχρόνως να παύσει να τελεί και εκείνα που είναι πέραν του κόσμου, καθώς αρμόζει στον Θεό, θεοπρεπώς.

Απ’ εδώ προέκυψε η έννοια του Θεού Λόγου ως μεσίτη μεταξύ Θεού και κόσμου, του Θεού προερχομένου από Θεό, για να καταστήσει τον Θεό ορατό στον εαυτό Του και να συνδέσει τα διεστώτα, συμφιλιώνοντας τον άνθρωπο με τον Θεό και ανάγοντάς τον στο λυτρωτικό ιδεώδες της θεώσεως. Γι’ αυτό και όταν ακούστηκε το Ευαγγέλιο:

“και ο Λόγος έγινε άνθρωπος

κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας

και είδαμε τη θεϊκή του δόξα,

τη δόξα που ο μοναχογιός έχει απ’ τον Πατέρα,

γεμάτος χάρη και αλήθεια”,[li]

τότε μόλις και τότε μόνο, μόνο στο άκουσμα και στο βίωμα τούτο της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου ζεύχτηκε και συνεπώς τερματίστηκε για τον άνθρωπο η μεταξύ αυτού και του Θεού απόσταση, η οποία προηγουμένως χώριζε τον άνθρωπο από τον Θεό, και πραγματοποιήθηκε η πραγματική λύτρωση δια του μόνου πραγματικού και ορατού Λυτρωτή. Με την συγκατάβασή Του να ενανθρωπήσει ο Θεού Λόγος Θεός, ένωσε στον εαυτό Του τα πριν χωρισμένα, αποκάλυψε με τον Εαυτό του και δια του Εαυτού του τον από αιώνων αναζητούμενον Έναν Αληθινό Θεό, ήτοι την αληθινή θεογνωσία, κατέστησε δια του Εαυτού Του και με τον Εαυτό του προσιτό τον Θεό στον άνθρωπο και τον ένθεο βίο δια της εν Χριστώ ζωής, συμφιλίωσε τα πριν χωρισμένα, κατάργησε την θλίψη. Και έσωσε με την διδασκαλία Του από την ενοχή και δουλεία της αμαρτίας, δια της αντί ημών και υπέρ όλων των ανθρώπων εφ’ άπαξ και στο διηνεκές θυσίας Του και δια της αναστάσεώς Του, δια των οποίων ο άνθρωπος ανέκτησε την παραδείσια κατάσταση της άμεσης κοινωνίας με τον Θεό, της αθανασίας, της αιώνιας ζωής και της πλήρους χαράς και μακαριότητας.

Από αυτά καταφαίνεται, ότι οι Έλληνες περισσότερο από όλους τους άλλους λαούς της οικουμένης εμφάνιζαν ιδεολογική και εννοιολογική προπαρασκευή προς υποδοχή και οικείωση του Θεανθρώπου. Ένεκα δε τούτου και, όταν εμφανίστηκε, Τον δέχτηκαν και ενστερνίστηκαν και έφεραν το καλό μήνυμα γι’ Αυτόν και διερεύνησαν και διατύπωσαν το εξ αποκαλύψεως περιεχόμενο των νέων πνευματικών και ηθικών αξιών της νέας θρησκείας της χάριτος, διαμορφώσαντες, με την σύγκραση αυτού με τον Ελληνικό πνευματικό θησαυρό, το απαράμιλλο θαύμα του διαφωτίσαντος την οικουμένη ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, ο οποίος περικλείει, εκπροσωπεί και ακτινοβολεί  έκτοτε ανά τον κόσμο τις υψηλότερες πνευματικές αξίες, θρησκευτικές, ηθικές, ανθρωπιστικές, οι οποίες θεώνουν τον άνθρωπο, υπό την ορθή της θεώσεως έννοια, δια της εν Χριστώ ζωής.

Στους Ρωμαίους


α. Ο Κικέρων [lii], αναφέροντας, ότι οι αρχαίοι χρησμοί των Σιβυλλών είχαν αναγγείλει την έλευση ενός Βασιλέα, τον οποίο όφειλαν να αναγνωρίσουν εκείνοι, που ήθελαν να σωθούν[liii], προβλέπει μία εποχή, κατά την οποία ‘’παντού θα κυβερνά του λοιπού ένας Διδάσκαλος και Κυρίαρχος, ο Θεός’’. Αλλού δε τονίζει, ότι δεν είναι καθόλου αδύνατο να κατέβει ο Θεός από τον ουρανό, ο Οποίος θα επισκεφθεί τους ανθρώπους και θα συναναστραφεί με αυτούς ως θεάνθρωπος, και ερωτά:

“Εάν τούτο υπάρχει στα βιβλία, προς ποιον άνθρωπο και  προς ποιον χρόνο υπάρχει;”.

Δεν είναι προφανές ότι την απάντηση στο ερώτημα αυτό την έδωκαν ο Πιλάτος, όταν, δεικνύοντας τον Ιησού είπε, “Ίδε ο άνθρωπος”[liv], και ο Απ. Παύλος με όσα έγραψε, ότι δηλ. τούτο έγινε, “όταν ήλθε ο καιρός που είχε καθορίσει ο Θεός”[lv]το οποίο, όπως θα δούμε ευθύς κατωτέρω, τόσο δυνατά προαισθάνθηκε και προανήγγειλε ο Βιργίλλιος:

β.-Ο P. Vergilius Maro, στην Δ’ των “Εκλογών” του [41 π.Χ.], αναφερόμενος στην εκπλήρωση των χρησμών, που πλησιάζει, εκ των οποίων και μνημονεύει αυτούς της Κυμαίας Σιβύλλης, λέγει (στίχ. 4-20),

Η ύστατη της Κυμαίας ωδής εποχή έφθασε ήδη:
Μεγάλη τάξη των αιώνων γεννιέται εξ υπαρχής. Ήδη και η Παρθένος  (αστερισμός) επανέρχεται, επανέρχονται τα Κρόνια Βασίλεια.
Ήδη νέα γενεά αποστέλλεται από τον υψηλό ουρανό.
Συ δε, όταν θα γεννάται το παιδί, δια του οποίου η κατ’ αρχάς σιδηρά (γενεά) θα τελειώσει και σε όλο τον κόσμο νέα θ’ ανατείλει γενεά, αγνή Φαεσφόρε, προστάτευσέ το: ήδη βασιλεύει ο Απόλλωνάς σου.
Και για σένα το κόσμημα τούτο του αιώνα, ενώ συ θα είσαι ύπατος θα εισέλθει, ο Πόλλιος,[lvi] και θα αρχίσουν να προχωρούν οι μεγάλοι μήνες.
Ενώ εσύ θα ηγεμονεύεις, εάν παραμένουν κάποια ίχνη της ασέβειάς μας, ακυρούμενα, διαλύουν από την οικουμένη τον διαρκή τρόμο.
Εκείνος (το προσδοκώμενο παιδί) θα εισδεχθεί τον Θεόν Αυτοζωή, και θα δει τους θεούς να αναμιγνύονται με τους ήρωες της πίστεως και Αυτός θα φανερωθεί σε εκείνους, και θα κυβερνήσει την ειρηνεύουσα οικουμένη με τις προγονικές αρετές.
Και σε σένα, Παιδί, θα προσφέρει η γη τα πρώτα της δωράκια, που φύονται χωρίς καλλιέργεια, τους ατάκτως περιφερόμενους καρπούς του κισσού μαζί με το φυτό της βάκκαρης και η κολοκασία θα φουντώσει ανάμικτη με την γελώσα άκανθα.

Επακολουθεί περιγραφή της αναμενόμενης νέας κατάστασης με όμοιες ποιητικές εικόνες, οι οποίες υπενθυμίζουν την παραδείσια προπτωτική εποχή, την αφετηριακή χρυσή εποχή της ανθρωπότητας, η οποία βαθειά νοσταλγείται, της οποίας προαναγγέλλεται ο επανεγκαινιασμός από το Προσδοκώμενο Παιδί. Μετά δε η έξαρση του ποιητή αποκορυφώνεται στην ακόλουθη μεγαλειώδη προσφώνηση προς τον Προσδοκώμενο Θεάνθρωπο, επ’ ευκαιρία της προσέγγισης του χρόνου της ενανθρωπήσεώς Του:

“Πρόσελθε στις μεγάλες τιμές, θα φθάσει όσον ούπω ο χρόνος, πολυτίμητε απόγονε των θεών, μεγάλε βλαστέ του Διός. Πρόσβλεψε προς τον κλονιζόμενο από το  κυρτωμένο βάρος κόσμο και ακόμη προς τα χωράφια και τις εκτάσεις της θαλάσσης και τον βαθύ ουρανό. Πρόσβλεψε, πως τα πάντα σκιρτούν για τον ερχόμενο αιώνα”.

και σε ελεύθερη απόδοση:

Έφθασε ήδη το τέλος της εποχής των χρησμών της Κυμαίας Σιβύλλης. Επίκεινται έναρξη νέας χρονικής περιόδου, περιόδου παγκόσμιας τάξης. Το Παρθενικό Άστρο θα αναλάμψει όσον ούπω και όσον ούπω φθάνει η επάνοδος της αρχικής βασιλείας του ύψιστου Θεού. Όσον ούπω νέα [χρυσή] γενεά στέλλεται άνωθεν από τα ουράνια ύψη στην γη.

Συ λοιπόν, Φωτεινή επιλόχια θεά, προστάτευσε [την Μητέρα], κατά την στιγμή που θα γεννιέται από αυτή το Βρέφος, δια του οποίου θα λήξει η προηγούμενη σιδηρά [=δυστυχής] γενεά, για πρώτη φορά  [στην παγκόσμια Ιστορία], και νέα γενεά [ευτυχής] θα ανατείλει σε όλο τον κόσμο. Άρχισε ήδη να βασιλεύει ο πάμφωτος Ένας Θεός. Το κόσμημα αυτό του αιώνος [το θείο Βρέφος] θα ‘ρθεί [στον κόσμο] κατά την διάρκεια της υπατείας σου, ω Πολλίον, και θα αρχίσουν να διαδέχονται ο ένας τον άλλο οι μεγάλοι [= οι ευτυχείς της νέα Περιόδου] μήνες. Εάν δε απομένουν ακόμη ίχνη της ασέβειάς μας, αυτά, εξαλειφόμενα κατά την διάρκεια της ηγεμονίας σου, θα ελευθερώσουν την οικουμένη από τον διαρκή τρόμο. Εκείνος [το Παιδί, το θείο Βρέφος] θα ενσαρκώσει στον Εαυτό του τον Θεό, την Αυτοζωή, και θα δει τους   ηρωϊκούς οπαδούς [Του] να συναναστρέφονται τις θείες δυνάμεις και ο Ίδιος θα αποκαλυφθεί σε αυτούς και θα κυβερνήσει  με τις προγονικές αρετές την οικουμένη, η οποία θα διάγει ειρηνικά.

Και η γη θα προσφέρει σε Σε, ω [θείο] Βρέφος, ατάκτως περιφερόμενους κισσούς μαζί με το φυτό της βάκκαρης , ως πρώτα μικρά δώρα, που φύονται χωρίς καλλιέργεια, και η κολοκασία[lvii]θα φουντώσει ανάμικτη με την γελώσα άκανθα…

Έλα (λοιπόν) προς τις μεγάλες τιμές, πολυτίμητε Υιέ Θεού, Μεγάλε Υιέ του Υψίστου, όσον ούπω φθάνει η εποχή. Ρίξε το βλέμμα Σου στην ανθρωπότητα, που κλονίζεται από το βάρος της δυστυχίας, το οποίον την εκύρτωσε, και σε όλη τη γη και τις  εκτάσεις της θάλασσας και στο βαθύ ουρανό• ρίξε το βλέμμα Σου [και δες], πως τα πάντα σκιρτούν για την εποχή, η οποία όσον ούπω φθάνει”.

Μετά από αυτά ο ποιητής εύχεται για τον εαυτό του να μπορούσε να διατηρήσει τη ζωή του και τη δύναμη του, για να πανηγυρίσει τα ωραία αυτά γεγονότα, και καταλήγει με μια προσλαλιά και πάλι προς το Προσδοκώμενο θεογέννητο Παιδί, του Οποίου βλέπει το μειδίαμα προς την Μητέρα, που το κυοφόρησε, βλέπει δηλ. σε προφητική ενόραση το Θείο Βρέφος να φέρεται στην αγκαλιά από την Θεομήτορα!

Χαρακτηριστικό είναι , ότι ο Μ. Κων/νος σε “λόγο, τον οποίο έγραψε στον σύλλογο των αγίων”, δηλ. προς ους Πατέρες της Α’ στη Νίκαια Οικουμενικής Συνόδου, αναφέρθηκε στην 4η εκλογή του Βιργιλίου σε ελληνική μετάφραση και την ερμήνευσε χριστολογικά ως μεσσιανική πρόρρηση• ιδού η σχετική περικοπή:

“Τούτον διαδέχτηκε ο Τιβέριος,
κατά τον χρόνο του οποίου έλαμψε η παρουσία
του Σωτήρος και επικράτησε το μυστήριο της αγιωτάτης θρησκείας,
συγκροτήθηκε δε η νέα γενεά των ανθρώπων,
περί της οποίας νομίζω ότι ομιλεί ο σπουδαιότατος
των ποιητών της Ιταλίας.
Τότε δε παρουσιάστηκε νέο γένος ανθρώπων•[lviii]
Και πάλι σε άλλο χωρίο των Βουκολικών:
Σικελίδες Μούσες, ας υμνήσουμε μεγάλη είδηση[lix]
Τι είναι από αυτό φανερώτερο; Διότι προσθέτει:
Ακούστηκε πάλι ο χρησμός της Κύμης.[lx]
Υπαινίσσεται έτσι την Κυμαία Σίβυλλα. Και δεν αρκέστηκε σ’ αυτά, αλλά προχώρησε περαιτέρω σαν η ανάγκη να ποθούσε τη μαρτυρία του. Τι λέγει; (πάλι)
Πάλι ξεκίνησε ο ιερός κύκλος των αιώνων
πάλι έρχεται παρθένα που φέρει αγαπητό βασιλέα[lxi].
Ποια λοιπόν είναι η επανερχόμενη παρθένα;
Δεν είναι αυτή, η οποία έγινε πλήρης και έγκυος από το Άγιο Πνεύμα;
Και τι εμποδίζει την έγκυο να είναι δια παντός κόρη και να μένει
δια παντός παρθένα;
Θα επανέλθει δε εκ δευτέρου, όταν και ο Θεός έλθει εκ δευτέρου
να  ανακουφίσει την οικουμένη.
Και προσθέτει ο ποιητής•
Τον δε προσφάτως γεννηθέντα, φωτοφόρα Σελήνη,
Τον προερχόμενο αντί σιδερένιας από χρυσή γενεά, προσκύνει.
Από αυτό τον άρχοντα τα μεν ανθρώπινα έλκη όλα θεραπεύονται,
Οι δε στεναγμοί των ασεβών καταπραΰνονται[lxii].

Κατανοούμε λοιπόν (συνεχίζει ο αυτοκράτορας) όλα αυτά σαφώς και μυστικώς, τα οποία διατυπώθηκαν αλληγορικά, εις τρόπον ώστε αυτοί που τα εξετάζουν βαθύτερα να ανάγουν το νόημα των στίχων στη θεότητα του Χριστού. Για να μη μπορεί δε κάποιος από τους δυνάστες της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας να κατηγορήσει τον ποιητή, ότι γράφει αντίθετα από τους πατροπαράδοτους νόμους και ότι απορρίπτει, εκείνα που πίστευαν από παλαιά οι πρόγονοί του για τους θεούς, επισκιάζει την αλήθεια. Γιατί νομίζω, ότι γνώριζε τη μακάρια και επώνυμη θυσία του Σωτήρος. Για να αποφύγει δε την αγριότητα της σκληρότητας, οδήγησε τη διάνοια των ακροατών του προς τη δική τους συνήθεια και λέγει ότι πρέπει να ιδρύσουν βωμούς και να κατασκευάσουν ναούς και να τελούν θυσίες στον προσφάτως γεννηθέντα. Ακολούθως δε προσέθεσε και τα λοιπά για τους φρόνιμους. Διότι λέει:

“Βίον θεού αφθάρτου θα λάβει και θα συναθροίσει
πλήθος ηρώων μαζί μ’ εκείνον, και αυτός
θα φανεί στην πατρίδα και στους ποθητούς μακάριους,
κυβερνώντας του κόσμου τα ηνία με πατροπαράδοτες αρετές.
Για σε δε, πρώτα δώρα παράγει η γη,
Κριθάρι και κύπερη μαζί με άνθος κουκιών”[lxiii].
Και συνεχίζοντας την μνημόνευση και την δια μακρών ερμηνεία των στίχων του Βιργιλίου, εις τον Σωτήρα Χριστό, το έργο του και την εγκαινιαζόμενη νέα εποχή, που αναφέρονται αυτοί οι στίχοι, ο Μ. Κων/νος συμπεραίνει:
“Κάποιος από τους ανόητους θα νόμιζε ότι αυτά λέγονται για τη γέννηση κάποιου ανθρώπου… Αλλά και των στοιχείων η χαρά χαρακτηρίζει κάθοδο Θεού, όχι κύηση κάποιου ανθρώπου…”[lxiv].
Χαρακτηριστικό επίσης, είναι, ότι η συνείδηση της επίσημης Χριστιανικής Εκκλησίας αναγνώριζε την πρόρρηση αυτή του Βιργιλίου ως αναφερόμενη στον Σωτήρα Κύριο Ιησού Χριστό.

γ.– Συντομότερη, αλλά εξίσου έντονη επίκληση προς τον Θεό του Φωτός απευθύνει καιοΟράτιος, και η  οποία εκφράζει την νοσταλγία για εξαγνισμό και λύτρωση, της οποίας την εκπλήρωση αποδέχεται η ανθρωπότητα από τον Ύψιστο Θεό, αφού και αυτών ακόμη των αγνών παρθένων οι δεήσεις προς την θέα Εστία απέβησαν μάταιες:

“Ποιον από τους θεούς να επικαλεστεί ο λαός τώρα
που καταρρέει η αυτοκρατορία; Με ποια δέηση να
καταπονούν οι άγιες παρθένες την ολίγο ακούουσα
τις ωδές Εστία;
Σε ποιον θα παραδώσει ο Ζευς (ο Ύψιστος Θεός)
την ασέβεια της χώρας για να εξαγνιστεί; Επιτέλους
δεόμεθα, μάντη Απόλλωνα, ας έλθεις, περιβεβλημένος
με νεφέλη τους ώμους σου, που λάμπουν”[lxv].

[i]Ιω. 1, 18.
[ii]Ιω. 1, 18, Ειρμός της Θ’ ωδής της Κυριακής της Τυροφάγου.
[iii]Γεν. 1, 27. 5, 1.
[iv]PG 52, σ. 405.
[v]Στο ίδιο, σ. 452.
[vi]PG 30, σ. 461.
[vii]Αυγούστου Νικολάου, Φιλοσοφικαί Μελέται περί Χριστιανισμού, τομ. Α’ (Αθήναι 1910), σ. 433.
[viii]Adolf VyKopal, Jesus Christus Mittelpunkt der Weltanschaung, I Band (Louvain – Paderborn 1953), σ. 8.
[ix]Αυγούστου Νικολάου, όπ. Π. Τ. Α’, σ. 432.
[x]Στο ίδιο, σ. 425 ε.
[xi]Στο βιβλίο 4, 3 των Καταλοίπων του Lieh-tsze (440-370 π.Χ.).
[xii]Lun-yü 7, 25, στο: Richard Wilhelm, Kung-futse, Gespräche (Lun- yü), Jena 1923,σ. 70.
[xiii]Lun- yü 16, 9, – Όπ. π., σ. 187.
[xiv]Lun- yü 6, 28α– ‘Οπ. π., σ. 60.
[xv]Lun- yü 7, 25 – Όπ. π., σ. 70.
[xvi]Lun- yü 9, 8 – Όπ. π., σ. 89.
[xvii]Lun- yü 13, 12 – Όπ. π., σ. 139.
[xviii]Dsung Yung, βλ. στο: Johannes Witte, Die Christus-Botschaft und die Religionen (Göttingen 1936), σ. 122.
[xix]Dsung Yung, 1, 6 βλ. όπ. π., σ. 122-123.
[xx]Dsung Yung,  1, 10 στο Witte, όπ. π., σ. 123, πρβλ. Λουκ. 2, 25, Ματθ. 11, 28-30.
[xxi]R. Wilhelm, Kung-futse Gespräche (Lun- yü), Jena 1923, σ. 214, όπου υποσημείωση 23. Πρβλ. J. Witteόπ. Π., σ. 123.
[xxii]G. RosenKranz, Der Heilige in den chinesischen Klassikern…, Leipzig 1935, σ.88 – J. Witte όπ. π., σ. 123.
[xxiii]Βασ. Πέντζας, Η αρχαία Κίνα και ο αναμενόμενος Σωτήε, ‘’Κιβωτός’’ [Αθήναι], 4 (Απρίλιος 1952), σ. 174 εξ.
[xxiv]Cullavaga X., 1 του Βου. Κανόνος, στο: όνος, στο: Germann Olbenberg, Buddha, sein Leben, seine Lehre, seine Gemeinde, Stuttgart – Berlin 1903, σ. 187.
[xxv]Λέει ο Alfred Jeremias, Die ausserbiblische Erlösererwantung, Berlin 1927, σ. 245, αναφέροντας την πρόρρηση αυτή του Βούδα.
[xxvi]Emil Abegg, Der Messiasglaube in Indien und Iran auf Grund der Quellen Dargestellt, (Berlin-Leipzig 1928), σ. 177.
[xxvii]Alfred Jeremias, Die ausserbiblische Erlosererwartung, Berlin 1927, σ. 280.
[xxviii]Ιερό βιβλίο, που σημαίνει ‘’το θείο τραγούδι’’.
[xxix]Πρβλ. Ματθ. 2, 2.
[xxx]Πρβλ. Ιω. 4, 32 ε.
[xxxi]Πρβλ. Ματθ. 17, 2 – Αποκ. 1, 16.
[xxxii]Ιερό βιβλίο των αρχαίων Περσών.
[xxxiii]Πρβλ. Λουκ. 11, 27.
[xxxiv]Alfed Jeremias, όπ. π., σ. 140.
[xxxv]Στο ίδιο, σ. 144. Πρβλ. Εβρ. 7, 2 (Μελχισεδέκ=) ‘’βασιλεύς δικαιοσύνης’’. Πρβλ. Και Ρωμ. 3, 21.
[xxxvi]Ιαμβλίχου, Περί του Πυθαγορείου βίου 6, 30.
[xxxvii]Όπ. π., σ. 31.
[xxxviii]Στο ίδιο 19, 92.
[xxxix]Στο ίδιο 27, 133. Πρβλ. Και 28, 135, 140.
[xl]Ευρυπίδου, Βάκχαι 4 εξ.
[xli]Στο ίδιο, 53 ε.
[xlii]Ψ. Καλλισθένης 2, 14 στον Carolus Clemen, Fontes Historiae Religionis Persicae (Bonnae 1920),   σ. 71.
[xliii]Πράξ. 14, 8-18
[xliv]Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους 18 (31Α).
[xlv]Πλάτωνος, Πολιτεία Β’ IV-V, 361 (-362Α).
[xlvi]Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωματείς, 5, 14, PG, 9, 164Β.
[xlvii]Ιλ. Ε’, 128.
[xlviii]Στρωματείς 5, 13, PG 9, 125Β.
[xlix]Seneca, Ad Lucilium Epist. 11, 8, ελεύθερη απόδοση.
[l]Στο ίδιο.
[li]Ιω. 1, 14.
[lii]De divinatione II, Cap. 54, 110.
[liii]Πιθανώς ο Σιβυλλικός χρησμός ΙΙΙ, 652 εξ.
[liv]Ιω. 19, 5.
[lv]Γαλ. 4, 4.
[lvi]Masinius Pollio, επιφανέστατος Ρωμαίος, στην εποχή του οποίου γεννήθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
[lvii]Ποώδες φυτό  που δίδει γλυκείς βολβούς.
[lviii]Βιργιλίου Εκλογαί, IV, 7.
[lix]Στο ίδιο, IV, 1.
[lx]Στο ίδιο, IV, 4.
[lxi]Βιργιλίου Εκλογαί, IV, 5, 6.
[lxii]Στο ίδιο, IV, 8 εξ.
[lxiii]Στο ίδιο, IV, 17-20.
[lxiv]Ευσεβίου, Εις τον βίον του μακαρίου Κωνσταντίνου βασιλέως: Λόγος τω των αγίων Συλλόγω, ΕΠΕ τ. 4, σ. 598-810.
[lxv]Q. Horatii Flacci, Carminum I, 2, 25-32.
[lxvi]Γεν. 3, 15.
[lxvii]Πράξ. 7, 52.

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΩΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ!  

Απ’ ό,τι προκύπτει από μια συγκριτική μελέτη των παραδόσεων διαφόρων λαών του κόσμου, όλη η ανθρωπότητα π.Χ. ανέμενε το ερχομό ενός Σωτήρα που θα λύτρωνε την ανθρωπότητα από τον θάνατο. Ο αρχαίος κόσμος προφήτευσε διαπιστωμένα και διασταυρωμένα με διαφόρους τρόπους το χαρμόσυνο γεγονός. Οι προφητείες π.Χ. είναι διάσπαρτες μεταξύ των λαών. Αμέσως παρακάτω θα αναφερθούμε σε μερικές από αυτές που μαρτυρούνται σε σωζόμενα αρχαιοελληνικά χειρόγραφα και έργα.

Ο Σωκράτης στην απολογία του έλεγε: «Ω Αθηναίοι, σ’ όλη σας τη ζωή θα κοιμάστε. Με καταδικάζετε σε θάνατο εμένα που κατάφερνα να σας ξυπνώ από τον ύπνο του σκοταδιού. Θα κοιμάστε μέχρι που να σας λυπηθεί ο Θεός και να στείλει σ’ εσάς εκείνον, που θα σας ξυπνήσει πραγματικά.». (Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτη, 31 Α)

Ο Πλάτων είχε γράψει στο βιβλίο του «Νόμος και Επινομείς»: «Ο δίκαιος χωρίς να έχει αδικήσει θα μαστιγωθεί, θα δαρεί και τέλος θα σταυρωθεί.». Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα (B, V , 362)επίσης περιέχεται μία προφητεία ισάξια μ’ αυτές των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης: «Θα απογυμνωθεί απ’ όλα εκτός της δικαιοσύνης, διότι ήταν εκ φύσεως αντίθετος στην ως τότε συμπεριφορά. Χωρίς να αδικήσει κανέναν θα δυσφημισθεί πολύ ως άδικος ώστε να βασανισθεί για την δικαιοσύνη και θα γεμίσει με δάκρυα εξαιτίας της κακοδοξίας, αλλά θα μείνει αμετακίνητος μέχρι θανάτου και ενώ θα είναι δίκαιος θα θεωρείται άδικος για όλη του τη ζωή. Έχοντας τέτοιες διαθέσεις ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, θα δεθεί. Και από τις πολλές πληγές στο πρόσωπό του θα κοκκινίσουν και θα φλογισθούν τα μάτια του και στα τελευταία του αφού πάθει κάθε κακό θα καρφωθεί πάνω σε υψηλό ξύλο, και να ξέρεις ότι δεν είναι δίκαιο, αλλά αφού έτσι το θέλει ας γίνει» (B, V , 362).

Ποιος τα προφητεύει αυτά και για Ποιον; Ο Σωκράτης βλέπει και μιλά για τον Πάσχοντα Θεάνθρωπο.

Για να συμβουλεύσει και τον Αλκιβιάδη, σε σχετική επερώτησή του, ότι για το πώς πρέπει να προσευχόμαστε και τι να ζητούμε, θα μας το διδάξει Αυτός, που θα μας στείλει ο Θεός! Αυτά προδιαγγέλλει ο Σωκράτης.

Ο Σόλων γράφει. «Οποτεδήποτε εις την διηρημένην ανθρωπότητα η άσαρκος Θεότης θα λάβει σάρκα. Αυτή η Θεότης θα φέρει την απαλλαγή από τα πάθη. Ο άσαρκος αυτός Θεός θα κρεμασθεί υπό αγνώμονος λαού και όλα τα πάθη θεληματικά θα υποστεί.»

ΟιΣίβυλλες, επίσης, που ήσαν μάντισσες της αρχαιότητας που είχαν την ιδιότητα να προφητεύουν το μέλλον χωρίς να τους ζητηθεί και χωρίς να πληρώνονται γι’αυτό, πέφτοντας σε έκσταση όπως οι Πυθίες. Γι’ αυτές πληροφορούμαστε και από τον Σωκράτη στο έργο του Πλάτωνος «Φαίδρος». Στο Άγιον  Όρος επίσης υπάρχουν χειρόγραφα που διασώζουν προφητείες της Σίβυλλας  για την έλευση του Χριστού. 

Π.χ σε χειρόγραφο με την ονομασία «Υπόμνημα εις τον Άγιον Απόστολον Φίλιππον» πού φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου αναφέρονται τα εξής:

 «Ύστερα από πολύ καιρό θα φθάσει κάποιος εις αυτήν την πολυδιηρημένην γη και θα γεννηθεί με σάρκαν αμόλυντον. Με ανεξάντλητα όρια ως Θεότητα θα λυτρώσει τον άνθρωπον από την φθοράν των ανίατων παθών. Και θα τον φθονήσει άπιστος λαός και θα κρεμασθεί ψηλά ως κατάδικος εις θάνατον. Όλα αυτά θα τα υποφέρει με πραότητα».

 Στο ίδιο χειρόγραφο αναφέρεται μία συγκλονιστική προφητεία για την θεανθρώπινη φύση του Χριστού, για το εκούσιον πάθος Του, αλλά και για την Ανάστασή Του:

 «Ένας ουράνιος με πιέζει ισχυρά, ο οποίος είναι φως τριλαμπές. Αυτός είναι ο παθών Θεός, χωρίς να πάθει τίποτε η Θεότης Του, διότι είναι συγχρόνως θνητός και αθάνατος. Αυτός είναι συγχρόνως Θεός και άνθρωπος, που υποφέρει από τους θνητούς τα πάντα, δηλαδή τον σταυρό, την ύβριν, την ταφή. Αυτός κάποτε από τα μάτια του έχυσε δάκρυα θερμά. Αυτός πέντε χιλιάδες χόρτασε με πέντε άρτους, κάτι που ήθελε δύναμη θεϊκή. Ο Χριστός είναι ο δικός μου Θεός, ο οποίος εσταυρώθη εις το ξύλον, ο οποίος εξέπνευσεν, ο οποίος εκ του τάφου ανήλθεν εις τον ουρανόν».

Η Σίβυλλη της Λιβύσσης προφητεύει επίσης στο έργο αυτό. «Αυτός πραγματοποιώντας τα πάντα με τον λόγο θα θεραπεύει κάθε άνθρωπο, θα καταπαύσει τους ανέμους με τον λόγο του και θα καθησυχάσει την θάλασσα την φουρτουνιασμένη, αφού την πατήσει με πόδια ειρήνης και με πίστη. Σε εμπτύσματα προσβλητικά τις παρειές του θα προσφέρει και την πλάτη του την αγνή σε μαστιγώσεις θα στρέψει. Ενώ τον ραπίζουν, θα σιωπά, για να μη καταλάβει κανείς ποιος είναι, τίνος (υιός) είναι, από πού ήλθε, για να μιλήσει στους νεκρούς. Και θα φορέσει στεφάνι ακάνθινο και θα του τρυπήσουν με καλάμι την πλευρά κατά την συνήθειά τους».

Η Σίβυλλη η Δελφική στο έργο αυτό του Πλάτωνος «Φαίδρος» προφητεύει. «Του Αθανάτου (Θεού) τον μέγα υιό, πολυύμνητε, φανερώς εξυμνώ. Στον οποίο ο ύψιστος γονεύς θρόνο παρέδωσε για να τον λάβει εκείνος, που δεν γεννήθηκε, ως δισυπόστατος που ήταν λόγω της σαρκός, εμφανίσθηκε, και λούσθηκε στα ρεύματα του ποταμού Ιορδάνη, τα οποία οδηγεί σέρνοντας με απαστράπτοντα πόδια τα κύματα».

Η Σίβυλλη της Κυμαίας προφητεύει: «Στα έσχατα χρόνια αντάλλαξε με την γη (τον ουρανό) και αφού ήλθε άσημος από τους λαγόνες της παρθένου Μαρίας εξέπεμψε νέο φως……και σαν ήλθε από τον ουρανό, ενδύθηκε θνητή μορφή, έγινε σάρκα μετά από πάροδο χρόνου και γεννήθηκε, πλάσθηκε όμοιος με μορφή θνητού και γεννήθηκε ως παιδί, με παρθενικό τοκετό, γεγονός που είναι μέγα θαύμα για τους θνητούς, αλλά καθόλου θαύμα για τον Θεό Πατέρα και τον Θεό Υιό. Όταν γεννιόταν το βρέφος, η γη ήταν γεμάτη χαρά, ο Ουράνιος θρόνος λαμπρύνθηκε και ο κόσμος ευφράνθηκε».

Η ίδια (Σίβυλλη της Κυμαίας) μάντισσα στο βιβλίο του Πλάτωνα «Φαίδρος» προφητεύει: «Δύστυχε δεν ανεγνώρισες τον Θεό σου, τον οποίο έλουσε, στο τριπλό ρεύμα του Ιορδάνη και πέταξε πνεύμα επί πολύ (χρόνο), Αυτός ο οποίος πριν και της γης και του γεμάτου άστρα ουρανού υπήρξε κυρίαρχος, με τον λόγο του πατέρα και το πνεύμα το αγνό, και μολονότι ήταν δυνατός κατά σάρκα, πέταξε γρήγορος στον οίκο του πατέρα».

Της ίδιας επίσης είναι και η προφητεία: «Θα μεταβεί στον Άδη για να διαδώσει σε όλους την ελπίδα, και θα εκπληρώσει την μοίρα του θανάτου αφού κοιμηθεί επί τρεις ημέρες και τότε απελευθερώνοντας τους νεκρούς θα τους οδηγήσει στο φως, κάμνοντας πρώτος την αρχή της αναστάσεως για τους εκλεκτούς».

Επίσης οι Σίβυλλες ομιλούν για την ενανθρώπιση του Θεού Λόγου ως εξής: «Θα έλθει ο Υιός του Θεού εις την γη και θα φορέσει σάρκα ανθρώπινη, εξομοιούμενος με τους θνητούς της γης. Θα φέρει το όνομα αυτού τέσσαρα φωνήεντα και δύο άφωνα, 8 μονάδες, 8 δεκάδες και εκατοντάδα οκτώ, ήτοι 888.» Και πράγματι η λέξη ΙΗΣΟΥΣ έχει 4 φωνήεντα και δύο σύμφωνα και κάνει 888. Ι=10, Η=8, Σ=200, Ο=70, Υ=400, Σ=200 που το άθροισμα είναι 10+8+200+70+400+200=888.

Οι παραπάνω προφητείες αναφέρονται και σε άλλα χειρόγραφα πού βρίσκονται σε άλλες Μονές του Αγίου Όρους ή αλλού(π.χ. Μονή Σινά). Παρατίθενται ακόμη σε σύγχρονο βιβλίο, στον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας» του Αρχιμανδρίτη Βίκτωρος Ματθαίου.

 Και γι’ αυτούς που ίσως αμφισβητήσουν ότι τα παραπάνω ειπώθηκαν πράγματι από τις Σίβυλλες και ισχυριστούν ότι είναι επινοήσεις κάποιον Χριστιανών Μοναχών, αρκεί το εξής αδιαμφισβήτητο γεγονός. Από διάφορες πηγές έχει διασταυρωθεί πως τις προφητείες αυτές αλλά και άλλες -είτε της Σίβυλλας είτε άλλων σοφών Ελλήνων- χρησιμοποίησε η Αγία Αικατερίνη. Συγκεκριμένα, το 305 μ.Χ. η Αγία Αικατερίνη η Αλεξανδρινή έλεγχε τον αυτοκράτορα Μαξιμίνο για την ειδωλολατρική του πολιτική.

Ο τελευταίος συγκέντρωσε τότε τους σοφότερους ειδωλολάτρες της αυτοκρατορίας για να την μεταπείσουν και να την κάνουν παγανίστρια. Στο διάλογο που ακολούθησε, αυτή η πάνσοφη και σπουδαγμένη στην Ελληνική παιδεία γυναίκα στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός Θεός ανέφερε – μεταξύ άλλων – και τις προφητείες των Σιβυλλών. Και για να προληφθεί η κάθε απερίσκεπτη “σκέψη”, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έπλασε αυτές τις προφητείες η ίδια η Αγία για τους εξής βασικότατους λόγους: Δεν θα μπορούσε να πει ένα τόσο μεγάλο ψέμα σχετικά με την ιέρεια του Απόλλωνα μπροστά στους σοφότερους εκπροσώπους της αρχαίας θρησκείας, διότι αμέσως όλοι θα διαπίστωναν το ψέμα της. Όμως, όχι μόνο δεν την κατηγόρησε κανείς για αναλήθειες, αλλά αντιθέτως οι σοφοί ειδωλολάτρες παραδέχτηκαν την λεκτική τους ήττα και όλοι αμέσως ασπάστηκαν με τη θέληση τους τον Χριστιανισμό με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να τους θανατώσει.

Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να αμφισβητήσει την αδιάσειστη αλήθεια ότι τα προφητικά αυτά λόγια βγήκαν από το στόμα των Σιβυλλών. Σε άλλο χειρόγραφο που βρίσκεται στην Αγιορείτικη Μονή Διονυσίου, αναφέρεται μια άλλη προφητεία κάποιας Σίβυλλας:

«Σας προφητεύω έναν τρισυπόστατο Θεό στα ύψη εκτεινόμενο του οποίου ο αιώνιος Λόγος σε ανυποψίαστο κόρη θα κυοφορηθεί, όπως ακριβώς το φέρον φωτιά τόξο, το μέσον του κόσμου διαπερνώντας. Όλο τον κόσμο αφού επαναφέρει στην ζωή, και στον Πατέρα θα τον προσφέρει σαν δώρο. Μαρία θα είναι το όνομα αυτής».

Βλέπουμε λοιπόν ότι η Θεία Πρόνοια μέσω του “σπερματικού λόγου” (όπως τον ονόμασαν οι Πατέρες της Εκκλησίας) φώτισε κάποιους Έλληνες της Αρχαιότητας και έτσι άφησαν εκατοντάδες χρόνια πρίν τον Χριστό προφητείες για την έλευσή Του.

Και άλλοι αρχαίοι λαοί έδωσαν τέτοιες προφητείες χωρίς να πλησιάζουν σε καμία περίπτωση την ακριβολογία των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης περιοριζόμενες αποκλειστικά και μόνο στην αναφορά για τον ερχομό κάποιου Σωτήρα πού θα λυτρώσει τον κόσμο.

Οι προφητείες όμως των αρχαίων Ελλήνων δίνουν λεπτομερέστατα στοιχεία για τον Χριστό (γέννηση Του από την Παρθένο Μαρία, θεανθρώπινη φύση Του, θαύματα Του, Σταύρωση, Κάθοδος στον Άδη και Ανάσταση Του, τρείς υποστάσεις του Θεού). Έτσι, πολλές απ’ αυτές καθίστανται ισάξιες με τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ κάποιες άλλες τις ξεπερνούν κιόλας.

Αυτό ακριβώς αναγνωρίζει και ο μεγάλος μας εκκλησιαστικός συγγραφέας Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (2ος αιώνας μ.Χ), ο οποίος στο έργο του «Στρωματείς» (5,13) δηλώνει απερίφραστα: «Ούκ οίμαι υπό Ελλήνων σαφέστερον προσμαρτυρήσεσθαι τόν Σωτήρα ημών» δηλαδή «δεν είναι δυνατόν, νομίζω, να προαναγγελθεί σαφέστερα από τους Έλληνες ό Σωτήρας μας».

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι σοφοί Έλληνες της αρχαιότητας όχι μόνο πίστευαν σε ένα Θεό αλλά μίλησαν κιόλας για την τριαδικότητα Του, για την διττή φύση του Χριστού, για την Σταύρωση και την Ανάστασή Του. Προσπαθούσαν να αποδεσμευτούν από τη δυναστεία των θεών και να πλησιάσουν τον ένα και αληθινό Θεό.

Αποδεικνύεται πως περίμεναν καρτερικά την έλευση του Χριστού για αιώνες. Γι’ αυτό και όταν έγινε η συνάντηση Χριστού και Ελλήνων, ο Χριστός είπε: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου» (Κατά Ιωάννην -12,23) δηλαδή «έφτασε ή ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου (=ο Χριστός)». 

Όπως αναφέρει ο Μενέλαος Παγουλάτος εις το βιβλίον του “Ανθολόγιον Πατριδογνωσίας”, το έτος 1974 ο καθηγητής Ελευθ. Πρόκος –επίτιμος καθηγητής ξένων πανεπιστημίων- συμμετέχων σε επιστημονική
επιτροπή της UNESCO, ανεκάλυψε σε μία βιβλιοθήκη του Βατικανού, χειρόγραφο του ΕΥΣΕΒΙΟΥ του ΠΑΜΦΙΛΟΥ, επισκόπου Καισαρείας, 265 μ.Χ., το οποίον περιέχει την συνέχεια της ως άνω φράσεως ως εξής:
“Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου. Ελλάς γαρ μόνη ανθρωπογονεί, φυτόν ουράνιον και Βλάστημα θείον ηκριβωμένον, λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμην.”
Διότι μόνη η Ελλάς γεννά ανθρώπους φυτόν εκ του ουρανού και του Θεού Βλάστημα εξακριβωμένον απογεννώσα λογικήν σκέψιν, ιδιοποιουμένη την επιστήμην.

ΓΝΩΣΤΕΣ ΕΚΠΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης γράφτηκαν τον 15ο αιώνα π.Χ. και αναφέρονται στην Διαθήκη, την συμφωνία του Θεού προς τον Άνθρωπο για την αποκατάστασή του εις την Ουράνιο Βασιλεία και την είσοδό του εις την αιωνιότητα.. Όλα τα βιβλία της Π.Δ. είναι διάσπαρτα με διάφορες προφητείες για το σχέδιο του Θεού και αρχίζουν από την πτώση των πρωτοπλάστων. Σκιαγραφούν, αμυδρά στην αρχή και έντονα μετά, την έλευση του Χριστού δια την σωτηρία του Ανθρώπου. Η πρώτη προφητεία γράφτηκε το 1500 π.Χ. και η τελευταία το 440 π.Χ. Θέλεις να γνωρίσεις γι’ αυτό το σχέδιο του Θεού πώς προφητεύτηκε μέσα στους αιώνες; Μάθε λοιπόν τις προφητείες αυτές.

Προφητεία . Γέν. 3,15. «Έχθρα θα βάλω ανάμεσα σ’ εσένα (τον διάβολο) και στην γυναίκα κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της. Εκείνος θα σου συντρίψει την κεφαλή κι εσύ θα του πληγώσεις την φτέρνα..» Με αυτά τα λόγια ο Θεός προς τους πρωτοπλάστους και τον όφη το διάβολο μαρτυρεί τον ερχομό του Χριστού για την αποκατάσταση του Ανθρώπου εις την αρχική του κατάσταση πριν από την πτώση. Ο δε διάβολος το πνευματικό σύμβολο του κακού δεν θα μπορέσει να βλάψει Εκείνον (τον Χριστό) παρά μόνο στον θάνατο του γιατί θα ακολουθήσει η Ανάσταση του.

Προφητεία.. Ησ. 7,14 (736 π.Χ.) «Η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιό, ο οποίος θα ονομαστεί Εμμανουήλ» (στα Εβραϊκά σημαίνει ο Θεός αναμεταξύ μας).

Προφητεία. Μιχ. 5.2 (8ος αιώνας π.Χ.). « Εγώ ο Κύριος θα παραδώσω το λαό μου στους εχθρούς του, ωσότου μια γυναίκα γεννήσει το αναμενόμενο παιδί…όλοι οι λαοί θα αναγνωρίζουν την μεγαλοσύνη Του. Αυτός θα φέρει την ειρήνη».

Προφητεία Ησ.42,6. «Φως των εθνών σε έκανα, τα μάτια για να ανοίξεις των τυφλών, τους αιχμαλώτους από τα δεσμά να ελευθερώσεις, κι αυτούς που κατοικούν στα σκότη απ’ την υπόγεια φυλακή. Εγώ είμαι ο Κύριος αυτό είναι το όνομα μου. Τη δόξα μου δεν θα την δώσω σε άλλον, ούτε την φήμη μου στα είδωλα…όσα είναι για να γίνουν σας τα αναγγέλλω από πριν».

Παρατήρησε την αντιστοιχία των προφητειών στην Π. Δ. και την εκπλήρωσή τους στην Καινή Διαθήκη.

1. Πουλήθηκε για τριάκοντα αργύρια από τον Ιούδα.

Προφητεία Ζαχ. 11,12 «Τότε τους είπα. Αν σας φαίνεται καλό, δώστε τον μισθό μου.

Αν όμως όχι, κρατείστε τον. Μου μέτρησαν λοιπόν τριάκοντα αργύρια..

Εκπλήρωση: Ματθ.16.14 «Τότε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους δώδεκα μαθητές σηκώθηκε και πήγε στους αρχιερείς και τους είπε: Τι θα μου δώσετε; κι εγώ θα σας τον προδώσω. Αυτοί του μέτρησαν τριάκοντα αργύρια.».

2. Προδόθηκε από ένα φίλο.

Προφητεία Ψαλμ.55.13-15. «Δεν είναι ένας εχθρός που με προσβάλλει, αυτό θα το υπέφερα. Δεν είναι ένας αντίπαλος που θριαμβεύει εναντίον μου, μπροστά του θα κρυβόμουν. Αλλά είσαι εσύ, άνθρωπος της σειράς μου, ο έμπιστος φίλος μου. Που μεταξύ μας φιλικά μιλούσαμε κι αρμονικά βαδίζαμε εις τον οίκο του Θεού.»

Εκπλήρωση: Ματθ. 26 49-50. «Αμέσως λοιπόν, πλησίασε τον Ιησού και του είπε. Χαίρε Διδάσκαλε και τον φίλησε. Ο δε Ιησούς του λέει Φίλε, κάνε αυτό για το οποίο ήρθες. Τότε πλησίασαν, συνέλαβαν τον Ιησού και τον έδεσαν».

3. Τα χρήματα ρίχτηκαν στον αγρό του κεραμέως.

Προφητεία Ζαχ. 11.13. «Και είπε Κύριος προς με, ρίξε αυτά εις τον κεραμέα την έντιμον τιμήν με την οποίαν τιμήθηκε από αυτούς. Και έλαβαν τα τριάκοντα αργύρια και έρριψαν αυτά εις τον οίκο του Κυρίου εις τον κεραμέα..»

Εκπλήρωση: Ματθ. 26.5-10. «Και αφού έριξε (ο Ιούδας) τα αργύρια εις τον ναό έφυγε και κρεμάστηκε. Οι δε αρχιερείς αφού έλαβαν τα αργύρια……και έκαναν συμβούλιο, αγόρασαν με αυτά τον αγρό του κεραμέως».

4. Οι μαθητές Τον εγκατέλειψαν.

Προφητεία Ζαχ. 13-7. «Θα χτυπήσω τον βοσκό και τα πρόβατα θα διασκορπισθούν».

Εκπλήρωση: Ματθ. 26-56. «Τότε οι μαθητές όλοι αφού τον άφησαν έφυγαν».

5. Τον κατηγόρησαν άδικα.

Προφητεία: Ψαλμ. 34.11. «Μάρτυρες άδικοι παρουσιάσθηκαν, για όσα δεν ήξερα εκείνοι με ανάκριναν».

Εκπλήρωση: Ματθ. 26.59-60. «Οι αρχιερείς, οι πρεσβύτεροι και όλα τα μέλη του συνεδρίου ζητούσαν να βρούνε μια ψεύτικη μαρτυρία σε βάρος του Ιησού, για να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Παρουσιάσθηκαν πολλοί ψευδομάρτυρες, αλλά δεν βρήκαν την κατηγορία που ήθελαν. Τελικά όμως παρουσιάσθηκαν δύο ψευδομάρτυρες, αλλά δε βρήκαν την κατηγορία που ήθελαν.».

6. Χτυπήθηκε και φτύστηκε.

Προφητεία: Ησ. 50.6 «Τη ράχη μου έδωσα σ’ αυτούς που με μαστίγωναν και το σαγόνι μου σ’ αυτούς που μου ξερίζωναν τα γένια. Δεν έκρυψα το πρόσωπο μου όταν με βρίζανε και μ’ έφτυναν.»

Εκπλήρωση: Ματθ. 26.67. «Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τον χτύπησαν, ενώ όλοι του έδιναν ραπίσματα.

7. Άφωνος μπροστά στους κατηγόρους Του:

Προφητεία: Ησ.53.7. «Αυτός ήταν καταθλιμμένος και βασανισμένος αλλά δεν άνοιξε το στόμα του. Φέρθηκε ως αρνί επί σφαγή και ως πρόβατο άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που τον κουρεύει, ποτέ δεν άνοιξε το στόμα του.»

Εκπλήρωση: Ματθ. 27.12-14. «Άρχισαν τότε να τον κατηγορούν οι πρεσβύτεροι, μα αυτός δεν έδινε καμία απάντηση. Ο Ιησούς δεν έδινε καμία απάντηση, κι ο διοικητής απόρησε πολύ γι’ αυτό.»

8. Πληγώθηκε και ταλαιπωρήθηκε.

Προφητεία: Ησ. 53.5 « Αλλά αυτός τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας, ταλαιπωρήθηκε δια τις ανομίες μας. Η τιμωρία που έφερε την ειρήνη σ’ εμάς ήταν επάνω του και δια των πληγών εμείς γιατρευτήκαμε.»

Εκπλήρωση: Ματθ. 27,26-29. «Τον δε Ιησού αφού μαστίγωσε παρέδωσε δια να σταυρωθεί………Και αφού έπλεξαν στεφάνι με αγκάθια, έβαλαν στο κεφάλι του».

9. Λύγισε από το βάρος του σταυρού.

Προφητεία: Ψαλμ. 97, 24. «Τα γόνατά μου απ’ την νηστεία τρέμουνε και το κορμί μου απόμεινε ισχνό. Και εγώ τους έγινα περίγελος και όταν με βλέπουνε κουνάνε το κεφάλι.»

Εκπλήρωση: Λουκ. 23,26. «Έπιασαν κάποιον ονόματι Σίμωνα και έθεσαν επάνω του τον σταυρό.» Μαρ.15.29. «Οι περαστικοί κινούσαν το κεφάλι ειρωνικά και τον έβριζαν».  

10. Χέρια και πόδια τρυπήθηκαν.

Προφητεία: Ψαλμ. 21.17-18. «?τι ?κύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγ? πονηρευομένων περιέσχον με, ?ρυξαν χε?ράς μου κα? πόδας»= Διότι ιδού, οι εχθροί μου σαν αγέλη αγρίων κυνών με έχουν περικυκλώσει. Ο συρφετός αυτός των κακούργων ανθρώπων σαν με φοβερά καρφιά έχουν διατρυπήσει τα χέρια μου και τα πόδια μου.»

Εκπλήρωση: Λουκ. 23.33. «Όταν έφτασαν στο μέρος που ονομαζόταν κρανίου σταύρωσαν εκεί τον Ιησού.»

«Ο Ιησούς σταυρώθηκε κατά τον συνήθη ρωμαϊκό τρόπο. Τα χέρια του και τα πόδια τρυπήθηκαν με μεγάλα καρφιά.»

11. Σταυρώθηκε μεταξύ δύο ληστών.

Προφητεία: Ησ. 23.12 «Μετά ανόμων λογαριάστηκε.»

Εκπλήρωση: Μαρκ. 15.27-28. « Και μαζί με αυτόν σταυρώνουν δύο ληστές, ένα από τα δεξιά και ένα από τα αριστερά του. Και πραγματοποιήθηκε η γραφή που λέει Και μετά ανόμων ελογίσθη.»

12. Προσευχήθηκε για τους διώκτες Του.

Προφητεία: Ησ. 23.12. «Θέλεις μεσιτεύσει υπέρ των ανόμων.»

Εκπλήρωση: Λουκ. 23.34. «Ο δε Ιησούς έλεγε. Πάτερ συγχώρησε αυτούς διότι δεν ξέρουν τι κάνουν.»

13. Ο όχλος κουνούσε περιφρονητικά το κεφάλι του.

Προφητεία: Ψαλμ.109.25. «Και εγώ έγινα περίγελος εις αυτούς. Όταν με είδαν, κούνησαν το κεφάλι τους.»

Εκπλήρωση: Ματθ. 27.38-39. «Δεξιά και αριστερά του σταυρώθηκαν δύο ληστές και οι περαστικοί κουνούσαν ειρωνικά το κεφάλι τους».

14.  Ο κόσμος Τον κορόιδευε:

Προφητεία: Ψαλμ. 21,8   «πάντες ο? θεωρο?ντές με ?ξεμυκτήρισάν με, ?λάλησαν ?ν χείλεσιν, ?κίνησαν κεφαλήν? ?λπισεν ?π? Κύριον, ?υσάσθω α?τόν? σωσάτω α?τόν, ?τι θέλει α?τόν.»= «Όλοι όσοι με βλέπουν με εμπαίζουν και με σαρκάζουν· με υβρίζουν και με βλασφημούν, κινούν ειρωνικώς και απειλητικώς την κεφαλήν των λέγοντες·  “ισχυρίζεται ότι έχει στηρίξει τας ελπίδας του στον Κυριον. Αν αυτό είναι αληθινόν, ας τον σώση ο Θεός από τον θάνατον. Ας τον σώση, διότι αυτός ισχυρίζετο, ότι ο Κυριος τον θέλει, ότι ο Κυριος τον αγαπά ιδιαιτέρως”.»

 Εκπλήρωση: Ματθ. 27,41-43. «Ομοίως κοροϊδεύοντας αυτόν οι αρχιερείς μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους έλεγαν: Εμπιστεύθηκε τον εαυτό του στον Θεό, ας τον γλιτώσει λοιπόν τώρα αν θέλει.»

15. Ο λαός παρατηρούσε με έκπληξη.

Προφητεία: Ψαλμ. 21 ή 22.17. «Αυτοί με βλέπουν και με παρατηρούν.»

Εκπλήρωση: Λουκ. 23.35 «Και στεκόταν ο λαός παρατηρώντας».

16. Μοιράστηκαν τα ρούχα Του και ρίξανε κλήρο.

Προφητεία: «Μοίρασαν τα ρούχα μου μεταξύ τους και επί τον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο.» Ψαλμ. 21 (22) 18.

Εκπλήρωση: Ιωάν. 19.24 «Οι στρατιώτες λοιπόν, αφού σταύρωσαν τον Ιησού πήραν τα ρούχα του και έκαμαν τέσσερα μερίδια, ένα μερίδιο για κάθε στρατιώτη. Πήραν επίσης τον χιτώνα, που ήταν χωρίς ραφή, υφαντός ολόκληρος από πάνω μέχρι κάτω. Είπαν τότε μεταξύ των. Ας μην τον σκίσουμε αλλά ας ρίξουμε κλήρο για να δούμε ποιος θα τον πάρει.» Το εντυπωσιακό της πραγματοποίησης της προφητείας είναι ότι τα μεν ρούχα χωρίστηκαν σε τέσσερα μερίδια και αυτά μοιράσθηκαν αλλά ο χιτώνας που ήταν ένας μόνο μπήκε σε κλήρο.

17. Η κραυγή της συγχώρησης.

Προφητεία: Ψαλμ. 21 (ή22).1 «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειπες;»

Εκπλήρωση: Ματθ. 27.46 «Γύρω στις τρεις κραύγασε ο Ιησούς με δυνατή φωνή. Ηλί

Ηλί λαμά σαβαχθανί. Δηλαδή Θεέ μου Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»

18. Του έδωσαν χολή και ξύδι.

Προφητεία: Ψαλμ.68,22 «Και έδωκαν εις εμέ χολή δια φαγητό μου, και εις την δίψα μου με πότισαν με ξύδι.»

Εκπλήρωση: Ιωάν. 19.28,29 «Μετά τούτο λέγει…..διψώ. Εκεί κοντά, βρισκόταν ένα σκεύος γεμάτο ξύδι. Οι στρατιώτες βούτηξαν ένα σφουγγάρι στο ξίδι, το στήριξαν στην άκρη ενός κλαδιού από ύσσωπο και το έφεραν στο στόμα του Ιησού».

19. Εμπιστεύθηκε τον εαυτό του στο Θεό.

Προφητεία: Ψαλμ. 30 (ή 31).6  «ε?ς χε?ράς σου παραθήσομαι τ? πνε?μα μου»= «Εις τα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου».

Εκπλήρωση: Λουκ. 23.45. «Και αφού φώναξε με φωνή μεγάλη, είπε “Πάτερ, εις χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου”.»

20. Οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν.

Προφητεία: Ψαλμ. 37 (ή 38) 11. «Οι φίλοι μου και οι πλησίον μου στέκουν από μακριά.»

Εκπλήρωση: Λουκ. 23.49. «Στέκονταν από μακριά όλοι οι γνωστοί του και οι γυναίκες…»

21. Λογχίσθηκε.

Προφητεία. Ζαχ. 12.10. «καί ?ψονται ε?ς ?ν ?ξεκέντησαν».= «και πρόκειται να στρέψουν το βλέμμα προς εμένα, που με διατρύπησαν.»

Εκπλήρωση: Ιωάν. 19. 34 και 34-37. «Εις των στρατιωτών κέντησε με λόγχη την πλευρά Του.»

22. Κανένα από τα οστά δεν θα συντριβή.

Προφητεία: Ψαλμ. 24.21. «Ούτε ένα κόκαλό του δεν θα συντριβεί.»

Εκπλήρωση: Ιωάν. 19.36 «?π? δ? τ?ν ?ησο?ν ?λθόντες ?ς ε?δον α?τ?ν ?δη τεθνηκότα, ο? κατέαξαν α?το? τ? σκέλη, ?λλ? ε?ς τ?ν στρατιωτ?ν λόγχ? α?το? τ?ν πλευρ?ν ?νυξε, κα? ε?θέως ?ξ?λθεν α?μα κα? ?δωρ..»= «Όταν όμως ήλθαν στον Ιησούν, επειδή είδαν, ότι αυτός είχεν ήδη πεθάνει, δεν του έσπασαν τα σκέλη, αλλά ένας στρατιώτης, δια κάθε ενδεχόμενον, του ετρύπησε την πλευράν με την λόγχην· και αμέσως έτρεξε από εκεί αίμα και νερό καθαρόν, πράγμα παράδοξον και πρωτοφανές δια νεκρόν.»

 24. Μόλις πέθανε ο Ιησούς στον σταυρό έγινε αμέσως σκοτάδι.

Προφητεία. Αμ. 8.9. « Την ημέρα εκείνη θα κάνω να βασιλέψει ο ήλιος μέρα μεσημέρι. Η γη θα σκοτεινιάσει ενώ θα είναι μέρα φωτεινή.»(Ο προφήτης Αμώς έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ.)

Εκπλήρωση: Ματθ. 27.45. «Από δε έκτης ώρας σκότος εγένετο σ’ όλη την γη έως ώρας ενάτης.» Δηλαδή σύμφωνα με την Εβραϊκή μέτρηση χρόνου από το μεσημέρι μέχρι και τρεις ώρες.

 25. Θάφτηκε στον τάφο ενός πλουσίου.

Προφητεία. Ησ.53.9 «Και ο τάφος αυτού διωρίσθη μετά των κακούργων, πλην εις τον θάνατον αυτού εστάθη μετά του πλουσίου, διότι δεν έκαμε ανομία, ούτε βρέθηκε δόλος μέσα στο στόμα του.»(Ο προφήτης Ησαΐας έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ.)

Εκπλήρωση: Ματθ. 27.57-60. «Και αφού έλαβε το σώμα ο Ιωσήφ, τύλιξε αυτό με σιντόνι και τοποθέτησε αυτό μέσα στο νέο του μνημείο.»

    26. Αναστήθηκε από τον τάφο.

          Προφητείες.

  • Ψαλμ. 16.10-11.  «?τι ο?κ ?γκαταλείψεις τ?ν ψυχήν μου ε?ς ?δην, ο?δ? δώσεις τ?ν ?σιόν σου ?δε?ν διαφθοράν».= «Διότι συ ο Θεός μου δεν θα εγκαταλείψης την ψυχήν μου στον άδην, ώστε να φυλακισθή δια παντός εις αυτόν, ούτε θα επιτρέψης, εγώ αφωσιωμένος εις σε, να δοκιμάσω την φθοράν και αποσύνθεσιν του τάφου. Θα με αναστήσης.»
  • Ψαλμ. 29.4. «Κύριε, ?νήγαγες ?ξ ?δου τ?ν ψυχήν μου, ?σωσάς με ?π? τ?ν καταβαινόντων ε?ς λάκκον.’= «Από αυτόν τον άδην ανέβασες και επανέφερες την ψυχήν μου. Με έσωσες και δεν αφήκες να συγκαταριθμηθώ με τους νεκρούς, οι οποίοι οδηγούνται στον τάφον.»

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1

Λουκ. 1,1           Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων,

Λουκ. 1,1                    Επειδή πολλοί επεχείρησαν να συντάξουν διήγησιν περί των διδασκαλιών και των γεγονότων, τα οποία εις ημάς τους πιστούς είναι γνωστά με ακρίβειαν και βεβαιότητα,

Λουκ. 1,2           καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου,

Λουκ. 1,2                   όπως μας τα παρέδωσαν προφορικώς εκείνοι, οι οποίοι υπήρξαν από την αρχήν του μεσσιανικού έργου του Σωτήρος αυτόπται μάρτυρες αυτού και υπηρέται του κηρύγματός του,

Λουκ. 1,3           ἔδοξε κἀμοί, παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς, καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε,

Λουκ. 1,3                   εφάνηκε καλόν και εις εμέ, ο οποίος έχω παρακολουθήσει από την αρχήν, με προσοχήν και ακρίβειαν, όσα αναφέρονται εις την ζωήν και το έργον του Σωτήρος, να σου τα γράψω με την σειράν των, ευγενέστατε Θεόφιλε.

Λουκ.1,4            ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν.

Λουκ. 1,4                   Και τούτο, δια να γνωρίσης με σαφήνειαν και ακρίβειαν την ασφαλή και βεβαίαν αλήθειαν της διδασκαλίας, την οποίαν προφορικώς έχεις διδαχθή.

Λουκ. 1,5           Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ.

Λουκ. 1,5                   Εζούσε κατάς ημέρας του Ηρώδου, του βασιλέως της Ιουδαίας, ένας ιερεύς, ονόματι Ζαχαρίας, ο οποίος ανήκε εις την ιερατικήν τάξιν, που είχε το όνομα του ιερέως Αβιά και η γυναίκα του, η οποία ελέγετο Ελισάβετ, κατήγετο από τους απογόνους του Ααρών, δηλαδή από ιερατικήν τάξιν.

Λουκ. 1,6           ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι.

Λουκ. 1,6                   Ησαν δε και οι δύο ενάρετοι ενώπιον του Θεού και εζούσαν σύμφωνα με όλας τας εντολάς και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτοι εις όλα και ανεπίληπτοι.

Λουκ. 1,7           καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν.

Λουκ. 1,7                   Δεν υπήρχε όμως εις αυτούς τέκνον, διότι η Ελισάβετ ήτο στείρα και οι δύο ήσαν αρκετά προχωρημένοι εις τας ημέρας της ζωής των.

Λουκ. 1,8           Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ,

Λουκ. 1,8                   Καθώς δε ο Ζαχαρίας υπηρετούσε ως ιερεύς ενώπιον του Θεού στον ναόν, όταν είχε έλθει η σειρά της ιερατικής τάξεως εις την οποίαν ανήκε,

Λουκ. 1,9           κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου·

Λουκ. 1,9                   του έλαχε με κλήρον, σύμφωνα με την κρατούσα συνήθειαν μεταξύ των ιερέων, να εισέλθη στον ναόν, δηλαδή εις τα άγια και να προσφέρη την θυσίαν του θυμιάματος.

Λουκ. 1,10         καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος.

Λουκ. 1,10                 Και όλον το πλήθος του λαού ήτο κατά την ώραν της προσφοράς του θυμιάματος έξω εις την αυλήν του ναού και προσηύχετο.

Λουκ. 1,11         ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος.

Λουκ. 1,11                  Παρουσιάσθη δε εις αυτόν άγγελος Κυρίου, όρθιος εις τα δεξιά του θυσιαστηρίου, επάνω στο οποίον έκαιε το θυμίαμα.

Λουκ. 1,12         καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτόν.

Λουκ. 1,12                 Και εταράχθη ο Ζαχαρίας όταν τον είδε και φόβος έπεσε επάνω του.

Λουκ. 1,13         εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην·

Λουκ. 1,13                 Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος· “μη φοβήσαι, Ζαχαρία· διότι η δέησίς σου έγινε ακουστή από τον Θεόν και η γυναίκα σου Ελισάβετ θα σου γεννήση παιδί και θα καλέσης το όνομά του Ιωάννην.

Λουκ. 1,14         καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται.

Λουκ. 1,14                 Και θα είναι αυτό το γεγονός χαρά και αγαλλίασις δια σε, και πολλοί, όταν αργότερα ακούσουν το κήρυγμα του, θα χαρούν δια την γέννησίν του.

Λουκ. 1,15         ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ καὶ Πνεύματος Ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ,

Λουκ. 1,15                 Διότι αυτός θα αναδειχθή μέγας ενώπιον του Κυρίου και δεν θα πιή ποτέ οίνον η άλλο οινοπνευματώδες ποτόν. Και από τον καιρόν ακόμη, που θα ευρίσκεται εις την κοιλίαν της μητρός του, θα λάβη πλούσια τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.

Λουκ. 1,16         καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν·

Λουκ. 1,16                 Και πολλούς από τους απογόνους του Ισραήλ θα επαναφέρη μετανοημένους στον Κυριον και Θεόν των.

Λουκ. 1,17         καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.

Λουκ. 1,17                 Και αυτός θα προηγηθή ολίγον χρόνον ενωρίτερον εμπρός από τον Μεσσίαν, με το προφητικόν πνεύμα και την δύναμιν του Ηλιού. Δια να ξαναγυρίση τις σκληρυμμένες καρδιές των πατέρων, γεμάτες τώρα στοργήν, προς τα τέκνα των, και τους απειθείς να τους επαναφέρη εις την σύνεσιν και τα φρονήματα των δικαίων και να ετοιμάση έτσι στον Κυριον λαόν προπαρασκευασμένον δια να υποδεχθή τον Σωτήρα.

Λουκ. 1,18         καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς.

Λουκ. 1,18                 Και είπεν ο Ζαχαρίας προς τον άγγελον· “κατά ποίον τρόπον θα γνωρίσω με βεβαιότητα αυτό, που μου λέγεις; Διότι εγώ είμαι γέρων και η γυναίκα μου έχει προχωρήσει πλέον εις την ηλικίαν της”.

Λουκ. 1,19         καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα.

Λουκ. 1,19                 Και αποκριθείς ο άγγελος του είπεν· “εγώ είμαι ο Γαβριήλ που παρίσταμαι ενώπιον του Θεού και απεστάλην από αυτόν να σου ομιλήσω και να σου αναγγείλω τας χαρμοσύνους ταύτας ειδήσεις.

Λουκ. 1,20         καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν.

Λουκ. 1,20                Και εφ’ όσον ζητείς σημείον, δια να πιστεύσης, ιδού θα είσαι βωβός και δεν θα ημπορής να ομιλήσης μέχρι την ημέραν, που θα πραγματοποιηθούν αυτά. Και τούτο, διότι δεν επίστευσες στους λόγους μου, οι οποίοι οπωσδήποτε θα πραγματοποιηθούν στον καιρόν των”.

Λουκ. 1,21         καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτὸν ἐν τῷ ναῷ.

Λουκ. 1,21                 Ο δε λαός εξακολουθούσε να περιμένη τον Ζαχαρίαν και απορούσαν όλοι δια την αργοπορίαν μέσα στον ναόν.

Λουκ. 1,22         ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενε κωφός.

Λουκ. 1,22                Οταν δε αυτός εβγήκε, δεν ημπορούσε να ομιλήση προς αυτούς και εκατάλαβαν ότι είχεν ιδεί κάποιαν οπτασίαν μέσα στον ναόν. Και αυτός έκανε συνεχώς νοήματα προς αυτούς και έμενε κωφός και άλαλος.

Λουκ. 1,23         καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

Λουκ. 1,23                 Και όταν ετελείωσαν αι ημέραι της υπηρεσίας του στον ναόν ανεχώρησε και ήλθεν στο σπίτι του.

Λουκ. 1,24         Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε,

Λουκ. 1,24                Επειτα δε από τας ημέρας αυτάς έμεινεν έγκυος η γυναίκα του η Ελισάβετ και έκρυπτε επιμελώς τον εαυτόν της επί πέντε μήνας.

Λουκ. 1,25         λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις.

Λουκ. 1,25                 Και όταν το γεγονός έγινε πλέον φανερόν, έλεγεν η Ελισάβετ ότι “έτσι μου έχει κάμει το καλό αυτό ο Κυριος εις τας ημέρας της γεροντικής μου ηλικίας, κατά τας οποίας επέβλεψε με καλωσύνην και ευδόκησε να μου αφαιρέση την εντροπήν της ατεκνίας μου μεταξύ των ανθρώπων”.

Λουκ. 1,26         Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ,

Λουκ. 1,26                Κατά δε τον έκτον μήνα από τότε που είχε μείνει έγκυος η Ελισάβετ, εστάλη από τον Θεόν ο άγγελος Γαβριήλ εις μίαν πόλιν της Γαλιλαίας, ονόματι Ναζαρέτ,

Λουκ. 1,27         πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ.

Λουκ. 1,27                 προς μίαν παρθένον, μνηστευομένην με άνδρα ονόματι Ιωσήφ, η οποία κατήγετο από το γένος Δαυίδ. Και η παρθένος ωνομάζετο Μαριάμ.

Λουκ. 1,28         καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.

Λουκ. 1,28                Αφού δε ο άγγελος εισήλθεν στο σπίτι, είπε προς αυτήν· “χαίρε συ, που έλαβες μεγάλας και εξαιρετικάς χάριτας από τον Θεόν· ο Κυριος είναι μαζή σου. Είσαι συ ευλογημένη όσον καμμία άλλη μεταξύ των γυναικών”.

Λουκ. 1,29         ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος.

Λουκ. 1,29                Αυτή δε, όταν είδε τον άγγελον, εταράχθη πολύ από τα λόγια του και εσκέπτετο μέσα της τι σημαίνει και ποίον σκοπόν έχει αυτός ο χαιρετισμός.

Λουκ. 1,30         καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.

Λουκ. 1,30                 Και είπεν ο άγγελος προς αυτήν· “μη φοβάσαι, Μαριάμ, διότι ευρήκες εξαιρετικήν εύνοιαν και ευλογίαν εκ μέρους του Θεού.

Λουκ. 1,31         καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.

Λουκ. 1,31                 Και ιδού θα συλλάβης και θα γεννήσης υιόν και θα καλέσης το όνομα αυτού Ιησούν.

Λουκ. 1,32         οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυΐδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ,

Λουκ. 1,32                 Αυτός θα είναι μέγας δια την αγιότητα και το έργον του. Και θα ονομασθή ο κατ’ εχοχήν Υιός του υψίστου. Και θα δώση εις αυτόν Κυριος ο Θεός τον θρόνον του προπάτορός του Δαυίδ.

Λουκ. 1,33         καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.

Λουκ. 1,33                 Και θα βασιλεύση στους αιώνας ως αιώνιος βασιλεύς εις όλας τας γενεάς των πιστών, που θα αποτελούν την νέαν πνευματικήν οικογένειαν του Ιακώβ. Και η βασιλεία του δεν θα λάβη τέλος”.

Λουκ. 1,34         εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;

Λουκ. 1,34                 Είπε δε η Μαριάμ προς τον άγγελον· “πως θα γίνη το πρωτάκουστον τούτο, να γεννήσω υιόν, αφού δεν γνωρίζω άνδρα;

Λουκ. 1,35         καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.

Λουκ. 1,35                 Και απεκρίθη ο άγγελος και της είπε· “το Πνεύμα το Αγιον που θα σε απαλλάξη από το προπατορικόν αμάρτημα και θα σε εξαγιάση, θα έλθη εις σε και η δημιουργική δύναμις του Υψίστου θα σε περικαλύψη και θα σε διαποτίση. Δι’ αυτό και το απολύτως άγιον και αναμάρτητον βρέφος, το οποίον κατά τον υπερφυσικόν αυτόν τρόπον θα γεννηθή από σε, θα κληθή, διότι θα είναι, ο Υιός του Θεού.

Λουκ. 1,36         καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ·

Λουκ. 1,36                 Ιδού δε ότι και η Ελισάβετ η συγγενής σου έχει συλλάβει και αυτήν υιόν εις την γεροντικήν της ηλικίαν. Και ο μήνας αυτός είναι ο έκτος της εγκυμοσύνης εις αυτήν, την οποίαν έως τώρα έλεγαν στείραν.

Λουκ. 1,37         ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.

Λουκ. 1,37                 Διότι δεν είναι αδύνατον στον Θεόν κάθε τι θαυμαστόν και υπερφυσικόν”.

Λουκ. 1,38         εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.

Λουκ. 1,38                 Είπε δε η Μαριάμ· “ιδού η δούλη του Κυρίου πρόθυμος να υποταχθώ εις την θείαν βουλήν. Ας γίνη σύμφωνα με τον λόγον σου”. Και ανεχώρησεν από αυτήν ο άγγελος.

Λουκ. 1,39         Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα,

Λουκ. 1,39                 Ανεχώρησε δε η Μαριάμ κατά τας ημέρας αυτάς, αμέσως μετά τον ευαγγελισμόν της, και επήγε γρήγορα εις την ορεινήν περιοχήν της Ιουδαίας, εις κάποιαν πόλιν της φυλής Ιούδα.

Λουκ. 1,40         καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ.

Λουκ. 1,40                Και εισήλθε στο σπίτι του Ζαχαρίου και εχαιρέτησε την Ελισάβετ.

Λουκ. 1,41         καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ

Λουκ. 1,41                 Και αμέσως μόλις ήκουσεν η Ελισάβετ τον χαιρετισμόν της Μαρίας, συνέβη τούτο το Θαυμαστόν· εσκίρτησε το βρέφος εις την κοιλίαν της. Και εγέμισε από Πνεύμα Αγιον η Ελισάβετ.

Λουκ. 1,42         καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.

Λουκ. 1,42                Και από την πολλήν χαράν της εφώναξε με μεγάλην φωνήν και με τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος είπε· “συ είσαι από τον Θεόν η ασυγκρίτως περισσότερον ευλογημένη μεταξύ όλων των γυναικών και ευλογημένος είναι ο καρπός της κοιλίας σου.

Λουκ. 1,43         καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;

Λουκ. 1,43                 Και πως μου έγινε η μεγάλη αυτή τιμή να έλθη εις επίσκεψίν μου η μητέρα του Κυρίου μου;

Λουκ. 1,44         ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου.

Λουκ. 1,44                Εκατάλαβα ότι είσαι μητέρα του Κυρίου μου, διότι ιδού μόλις έφθασεν εις τα αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, εσκίρτησε με αγαλλίασιν το βρέφος μέσα εις την κοιλίαν μου.

Λουκ. 1,45         καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου.

Λουκ. 1,45                 Και μακαρία είσαι συ, η οποία επίστευσες, ότι θα λάβουν πλήρη και τελείαν πραγματοποίησιν όσα δια του αγγέλου σου έχει είπει ο Κυριος”.

Λουκ. 1,46         Καὶ εἶπε Μαριάμ. Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον

Λουκ. 1,46                Και είπεν η Μαριάμ· “Υμνεί και δοξάζει η ψυχή μου τον Κυριον.

Λουκ. 1,47         καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου,

Λουκ. 1,47                 Και εγέμισε από αγαλλίασιν το πνεύμα μου δια τον Θεόν, τον Σωτήρα εμού και όλου του ανθρωπίνου γένους.

Λουκ. 1,48         ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί.

Λουκ. 1,48                Υμνολογεί η ψυχή μου τον Κυριον, διότι έρριψε το στοργικόν του βλέμμα εις την ταπεινήν και άσημον δούλην του. Και ιδού ότι από τώρα θα με μακαρίζουν όλαι αι γενεαί.

Λουκ. 1,49         ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ,

Λουκ. 1,49                Διότι έκαμε μεγάλα και θαυμαστά έργα εις εμέ ο παντοδύναμος Κυριος, του οποίου το όνομα είναι άγιον.

Λουκ. 1,50         καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.

Λουκ. 1,50                 Το δε έλεος και η αγάπη του ξεχύνονται εις γενεάς γενεών προς όλους εκείνους, που τον φοβούνται και τον σέβονται.

Λουκ. 1,51         Ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ, διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν·

Λουκ. 1,51                 Εκαμεν στο παρελθόν, και ιδίως τώρα, έργα κραταιά και επέβαλε το θέλημά του με την παντοδύναμον δεξιάν του, κατενίκησε και διεσκόρπισεν αυτούς που υπερηφανεύονται με την επηρμένην διάνοιαν και καρδίαν των.

Λουκ. 1,52         καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς,

Λουκ. 1,52                 Εκρήμνισε άρχοντας ισχυρούς από θρόνους και ύψωσε ταπεινούς και αδυνάτους.

Λουκ. 1,53         πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς.

Λουκ. 1,53                 Εχόρτασε με πλούσια αγαθά πεινασμένους, και ανθρώπους με πολλά πλούτη τους έδιωξε με αδειανά τα χέρια των.

Λουκ. 1,54         ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ μνησθῆναι ἐλέους,

Λουκ. 1,54                 Επροστάτευσε με τον παντοδύναμό του χέρι τον Ισραηλιτικόν λαόν, τον δούλον του, διότι εθυμήθηκε το έλεος και την ευσπλαγχνίαν του,

Λουκ. 1,55         καθὼς ἐλάλησε πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, τῷ Ἀβραὰμ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα.

Λουκ. 1,55                 όπως άλλωστε είχεν είπει προς τους πατέρας μας, ότι θα εχάριζε πλούσιον και αιώνιον το έλεός του στον Αβραάμ και τους απογόνους του”.

Λουκ. 1,56         Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.

Λουκ. 1,56                 Εμεινε δε η Μαριάμ μαζή με την Ελισάβετ τρεις περίπου μήνας και επέστρεψε κατόπιν εις την οικίαν της.

Λουκ. 1,57         Τῇ δὲ Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἐγέννησεν υἱόν.

Λουκ. 1,57                 Εις δε την Ελισάβετ συνεπληρώθη ο χρόνος να γεννήση και εγέννησε υιόν.

Λουκ. 1,58         καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετ᾿ αὐτῆς, καὶ συνέχαιρον αὐτῇ.

Λουκ. 1,58                 Και ήκουσαν οι γείτονες και οι συγγενείς της ότι έδειξε μέγα και θαυμαστόν το έλεός του ο Κυριος εις αυτήν, με το να της χαρίση εις τέτοιαν ηλικίαν υιόν, και όλοι έχαιρον μαζή της.

Λουκ. 1,59         Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν.

Λουκ. 1,59                 Και κατά την ογδόην ημέραν ήλθαν πάλιν οι συγγενείς και οι γείτονες, δια να κάμουν περιτομήν στο παιδίον. Και ωνόμαζαν αυτό Ζαχαρίαν, με το όνομα του πατρός του.

Λουκ. 1,60         καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· οὐχί, ἀλλὰ κληθήσεται Ἰωάννης.

Λουκ. 1,60                Η μητέρα όμως του παιδιού, φωτισμένη από το Πνεύμα του Θεού, είπεν· “όχι Ζαχαρίας, αλλά Ιωάννης θα ωνομασθή”.

Λουκ. 1,61         καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν ὅτι οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου ὃς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ·

Λουκ. 1,61                 Και είπαν εκείνοι εις αυτήν ότι κανείς μεταξύ των συγγενών σου δεν ονομάζεται με το όνομα αυτό.

Λουκ. 1,62         ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ τὸ τί ἂν θέλοι καλεῖσθαι αὐτόν.

Λουκ. 1,62                Ερωτούσαν δε με νεύματα τον πατέρα του, τι όνομα θέλει να δώσουν εις αυτό.

Λουκ. 1,63         καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψε λέγων· Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐθαύμασαν πάντες.

Λουκ. 1,63                 Και Εκείνος, αφού εζήτησε μίαν μικράν πλάκαν, έγραψε τας λέξεις· “Ιωάννης είναι το όνομά του”. Και όλοι εθαύμασαν.

Λουκ. 1,64         ἀνεῴχθη δὲ τὸ στόμα αὐτοῦ παραχρῆμα καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει εὐλογῶν τὸν Θεόν.

Λουκ. 1,64                Αμέσως δε ήνοιξε το στόμα του Ζαχαρίου και ελύθη η γλώσσα του και ωμιλούσε ελεύθερα, δοξολογών τον Θεόν.

Λουκ. 1,65         καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας φόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς, καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς Ἰουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα,

Λουκ. 1,65                 Και έπεσεν φόβος εις όλους αυτούς, που κατοικούσαν γύρω και διεδόθησαν όλα αυτά τα θαυμαστά γεγονότα εις όλην την ορεινήν εκείνην περιοχήν της Ιουδαίας.

Λουκ. 1,66         καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν λέγοντες· τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται; καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν μετ᾿ αὐτοῦ.

Λουκ. 1,66                Και όσοι τα ήκουσαν, τα έβαλαν μέσα εις την καρδιά των και έλεγαν· “τι άραγε θα γίνη το παιδί αυτό;” Η δε προστατευτική και παντοδύναμον χειρ του Κυρίου ήτο μαζή του.

Λουκ. 1,67         Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου καὶ προεφήτευσε λέγων·

Λουκ. 1,67                 Και ο Ζαχαρίας, ο πατέρας αυτού, εγέμισε με Πνεύμα Αγιον και επροφήτευσε, λέγων·

Λουκ. 1,68         Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ,

Λουκ. 1,68                “Ας είναι ευλογημένος και δοξασμένος ο αληθινός Θεός και προστάτης του Ισραήλ, διότι επεσκέφθη τον λαόν του και επραγματοποίησε την απελευθέρωσιν αυτού από τους διαφόρους εχθρούς του.

Λουκ. 1,69         καὶ ἤγειρε κέρας σωτηρίας ἡμῖν ἐν τῷ οἴκῳ Δαυΐδ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ,

Λουκ. 1,69                Και προς χάριν ημών ύψωσε δύναμιν ακαταγώνιστον δια την σωτηρίαν μας διότι ηυδόκησε να γεννηθή ο Σωτήρ του κόσμου εις την οικογένειαν του Δαυίδ του δούλου του.

Λουκ. 1,70         καθὼς ἐλάλησε διὰ στόματος τῶν ἁγίων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος προφητῶν αὐτοῦ,

Λουκ. 1,70                 Οπως ακριβώς είχε λαλήσει και υποσχεθή με το στόμα των αγίων, των δια μέσου των αιώνων προφητών του,

Λουκ. 1,71         σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ἡμῶν καὶ ἐκ χειρὸς πάντων τῶν μισούντων ἡμᾶς,

Λουκ. 1,71                 πραγματοποιεί σωτηρίαν από τους εχθρούς μας και από το χέρι όλων των ορατών και αοράτων εχθρών, που μας μισούν,

Λουκ. 1,72         ποιῆσαι ἔλεος μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ μνησθῆναι διαθήκης ἁγίας αὐτοῦ,

Λουκ. 1,72                 δια να ελεήση έτσι τους πατέρας μας που περιμένουν κάτω εις στον Αδην τον Λυτρωτήν και δια να ενθυμηθή και εκπληρώση την αγίαν διαθήκην του,

Λουκ. 1,73         ὅρκον ὃν ὤμοσε πρὸς Ἀβραὰμ τὸν πατέρα ἡμῶν, τοῦ δοῦναι ἡμῖν

Λουκ. 1,73                 την ένορκον δηλαδή διαβεβαίωσιν, την οποίαν έκαμεν στον πατέρα μας τον Αβραάμ· να μας δώση και μας αξιώση,

Λουκ. 1,74         ἀφόβως, ἐκ χειρὸς τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ῥυσθέντας, λατρεύειν αὐτῷ

Λουκ. 1,74                 χωρίς φόβον και λυτρωμένοι από τους εχθρούς μας, να τον λατρεύωμεν και να τον προσκυνούμεν

Λουκ. 1,75         ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ ἐνώπιον αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Λουκ. 1,75                 όλας τας ημέρας της ζωής μας με αγιότητα καρδίας και με ενάρετον βίον.

Λουκ. 1,76         Καὶ σύ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ,

Λουκ. 1,76                 Και συ, παιδίον, θα αναδειχθής και θα ονομασθής προφήτης του Υψίστου. Διότι θα προηγηθής από τον Θεάνθρωπον Λυτρωτήν, δια να προετοιμάσης τους δρόμους του έργου του, δηλαδή να προπαρασκευάσης τας καρδίας των ανθρώπων δια την υποδοχήν του,

Λουκ. 1,77         τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ, ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν

Λουκ. 1,77                 και να γνωστοποιήσης στον λαόν αυτού την σωτηρίαν, την οποίαν θα τους προσφέρη συγχωρώντας τας αμαρτίας των.

Λουκ. 1,78         διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἡμῶν, ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους

Λουκ. 1,78                 Και τούτο όχι δια τα ενάρετα έργα μας, αλλά δια τα γεμάτα άπειρον έλεος και συμπάθειαν σπλάγχνα του Θεού ημών. Και ένεκα ακριβώς αυτής της εσπλαγχνίας μας επεσκέφθη θεία ανατολή από τον ουρανόν, ο ήλιος της δικαιοσύνης, δηλαδή ο Χριστός,

Λουκ. 1,79         ἐπιφᾶναι τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τοὺς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης.

Λουκ. 1,79                 δια να φωτίση εκείνους, που απηλπισμένοι δούλοι είναι βυθισμένοι στο σκότος της πλάνης και την σκιαν του πνευματικού θανάτου, να κατευθύνη και να ενισχύη τους πόδας ημών, δια να βαδίσωμεν τον δρόμον, που οδηγεί εις την ειρήνην του Θεού και την αιωνίαν σωτηρίαν”.

Λουκ. 1,80         Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ.

Λουκ. 1,80                Το δε παιδίον εμεγάλωνε σωματικώς και εδυνάμωνε ηθικώς και διανοητικώς με τον φωτισμόν και την ενίσχυσιν του Αγίου Πνεύματος. Και έμενεν εις τας ερήμους μέχρι της ημέρας που, σύμφωνα με το θείον σχέδιον, θα ανεδεικνύετο προφήτης και απεσταλμένος του Θεού στον Ισραηλιτικόν λαόν.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 2

Λουκ. 2,1           Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.

Λουκ. 2,1                   Κατά τας ημέρας εκείνας, μετά την γέννησιν του Ιωάννου, εξεδόθη ένα διάταγμα από τον Αύγουστον Καίσαρα, να γίνη απογραφή όλων των κατοίκων του κόσμου, που ευρίσκετο υπό την κυριαρχίαν της Ρωμης.

Λουκ. 2,2           αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου.

Λουκ. 2,2                  Αυτή η απογραφή ήτο η πρώτη που έγινεν, όταν ηγεμών της Συρίας ήτο ο Κυρήνιος.

Λουκ. 2,3           καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

Λουκ. 2,3                  Και επήγαιναν όλοι να απογραφούν, ο καθένας εις την πόλιν από την οποίαν κατήγετο.

Λουκ. 2,4           ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυΐδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυΐδ,

Λουκ. 2,4                  Ανέβηκε δε και ο Ιωσήφ από την Ναζαρέτ της Γαλιλαίας εις την Ιουδαίαν, εις την πόλιν τον Δαυΐδ, η οποία ωνομάζετο Βηθλεέμ, επειδή κατήγετο από το γένος και την οικογένειαν του Δαυΐδ.

Λουκ. 2,5           ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ.

Λουκ. 2,5                  Επήγε δε να απογραφή μαζή με την Μαριάμ, την μνηστευομένην με αυτόν γυναίκα, η οποία ήτο έγκυος.

Λουκ. 2,6           ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν,

Λουκ. 2,6                  Συνέβη δε όταν αυτοί ήσαν εκεί, συνεπληρώθησαν αι ημέραι, δια να γεννήση αυτή.

Λουκ. 2,7           καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι.

Λουκ. 2,7                  Και εγέννησε τον πρώτον και μόνον υιόν της και τον εσπαργάνωσε και τον έβαλεν εις φάτνην, διότι δεν υπήρχε δι’ αυτούς τόπος στο πανδοχείον να παραμείνουν (επειδή τούτο είχε καταληφθή ενωρίτερα από τους Ιουδαίους, που κατήγοντο από την Βηθλεέμ και είχαν έλθει εκεί να απογραφούν. Και έτσι από αυτήν ακόμη την νηπιακήν του ηλικίαν ο Κυριος δεν είχέ που να κλίνη την κεφαλήν).

Λουκ. 2,8           Καὶ ποιμένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ αὐτῇ ἀγραυλοῦντες καὶ φυλάσσοντες φυλακὰς τῆς νυκτὸς ἐπὶ τὴν ποίμνην αὐτῶν.

Λουκ. 2,8                  Και ήσαν μερικοί ποιμένες εις την περιοχήν αυτήν, που έμεναν στους αγρούς και με την σειράν των κατά το διάστημα της νυκτός εφύλατταν άγρυπνοι το ποίμνιον των.

Λουκ. 2,9           καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καὶ δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.

Λουκ. 2,9                  Και ιδού ένας άγγελος Κυρίου παρουσιάσθη έξαφνα εις αυτούς και φως ολόλαμπρον, θείον και υπερφυσικόν, τους περιεκύκλωσε και εφοβήθησαν παρά πολύ δι’ αυτά, που αντίκρυσαν.

Λουκ. 2,10         καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ,

Λουκ. 2,10                Και είπεν εις αυτούς ο άγγελος· “μη φοβείσθε, διότι σας αναγγέλλω χαρμόσυνον είδησιν, χαράν μεγάλην, η οποία θα είναι χαρά δι’ όλον τον λαόν του Θεού.

Λουκ. 2,11         ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ.

Λουκ. 2,11                 Σας αναγγέλω, ότι εγεννήθη σήμερον για σας Σωτήρ, ο οποίος είναι ο Μεσσίας, ο Κυριος και Θεός. Και εγεννήθη εις την πόλιν του Δαυίδ την Βηθλεέμ, σύμφωνα με τας προφητείας της Γραφής.

Λουκ. 2,12         καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον· εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ.

Λουκ. 2,12                Και αυτό θα είναι για σας σημείον, με το οποίον θα αναγνωρίσετε τον γεννηθέντα Σωτήρα· θα βρήτε ένα βρέφος απλοϊκά σπαργανωμένον, βαλμένο εις την φάτνην.

Λουκ. 2,13         καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεὸν καὶ λεγόντων·

Λουκ. 2,13                 Και έξαφνα πλήθος στρατιάς αγγέλων από τον ουρανόν ενώθηκε με τον άγγελον και όλοι μαζή εδοξολογούσαν τον Θεόν και έλεγαν·

Λουκ. 2,14         δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.

Λουκ. 2,14                “Δοξα ας είναι στον Θεόν στους ουρανούς και εις ολόκληρον την γην ειρήνη, θεία εύνοια και ευλογία στους ανθρώπους”.

Λουκ. 2,15         καὶ ἐγένετο ὡς ἀπῆλθον ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιμένες εἶπον πρὸς ἀλλήλους· διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεὲμ καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονός, ὃ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν.

Λουκ. 2,15                 Οταν δε οι άγγελοι έφυγαν από αυτούς στον ουρανόν, τότε οι ποιμένες είπαν μεταξύ των· “ας περάσωμεν λοιπόν έως εις την Βηθλεέμ, δια να ίδωμεν αυτό που έγινε και το οποίον μας εγνωστοποίησε δια του αγγέλου ο Κυριος”.

Λουκ. 2,16         καὶ ἦλθον σπεύσαντες, καὶ ἀνεῦρον τήν τε Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ.

Λουκ. 2,16                Και ήλθαν όσον ημπορούσαν γρηγορώτερα και αφού έψαξαν ευρήκαν και την Μαρίαν και τον Ιωσήφ και το βρέφος τοποθετημένο εις την φάτνην.

Λουκ. 2,17         ἰδόντες δὲ διεγνώρισαν περὶ τοῦ ῥήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τοῦ παιδίου τούτου·

Λουκ. 2,17                 Οταν δε είδον αυτά, εγνωστοποίησαν τότε με λεπτομέρειαν όλα όσα είχεν είπει εις αυτούς ο άγγελος δια το παιδίον αυτό. (Οι απλοϊκοί και πιστοί ποιμένες, ως εάν ήσαν πνευματικοί ποιμένες και απόστολοι, ηξιώθησαν να γίνουν μεταξύ των ανθρώπων οι πρώτοι κήρυκες του Χριστού).

Λουκ. 2,18         καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περὶ τῶν λαληθέντων ὑπὸ τῶν ποιμένων πρὸς αὐτούς.

Λουκ. 2,18                Και όλοι όσοι ήκουσαν, εθαύμασαν δι’ όσα τους είχον είπει οι ποιμένες.

Λουκ. 2,19         ἡ δὲ Μαριὰμ πάντα συνετήρει τὰ ῥήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.

Λουκ. 2,19                Η δε Μαριάμ έβαλεν εις την καρδίαν της και εκρατούσε εις την μνήμην της όλους αυτούς τους λόγους και τους συνέκρινε με εκείνα, τα οποία κατά την ώρα του ευαγγελισμού της είχεν είπει ο άγγελος.

Λουκ. 2,20         καὶ ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.

Λουκ. 2,20                Και επέστρεψαν οι ποιμένες στο ποίμνιόν των, δοξάζοντες και υμνούντες τον Θεόν δι’ όλα όσα ήκουσαν και είδαν και τα οποία ήσαν ακριβώς όπως τους τα είπε ο άγγελος.

Λουκ. 2,21         Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλία.

Λουκ. 2,21                Και όταν συνεπληρώθησαν οκτώ ημέραι, δια να γίνη η περιτομή του παιδίου, έκαμαν την περιτομήν και εδόθη στο παιδίον το όνομα Ιησούς, όπως είχεν είπει ο άγγελος πριν ακόμη συλληφθή αυτό εις την κοιλίαν της μητέρας του.

Λουκ. 2,22         Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ,

Λουκ. 2,22                Και όταν, σύμφωνα με τον νόμον του Μωϋσέως, συνεπληρώθησαν αι ημέραι του καθαρισμού της μητέρας του παιδίου και του μνηστήρος της, ανέβασαν αυτό εις τα Ιεροσόλυμα, δια να το παρουσιάσουν και το αφιερώσουν στον Κυριον.

Λουκ. 2,23         καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται,

Λουκ. 2,23                Αυτό δε έγινε σύμφωνα με το γραμμένον στον νόμον του Κυρίου, ότι κάθε πρωτότοκον αρσενικόν, που διανοίγει την μήτραν της μητέρας του, θα θεωρηθή αφιερωμένον στον Κυριον.

Λουκ. 2,24         καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν.

Λουκ. 2,24                Ανέβησαν ακόμη στον ναόν να προσφέρουν την θυσίαν δια τον καθαρισμόν των, όπως ήτο πάλιν γραμμένον στον νόμον Κυρίου, δηλαδή ένα ζεύγος τρυγόνες η δύο μικρά περιστέρια, σαν πτωχοί που ήσαν.

Λουκ. 2,25         Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἱεροσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν Ἅγιον ἐπ᾿ αὐτόν·

Λουκ. 2,25                Και ιδού εζούσε εις την Ιερουσαλήμ ένας άνθρωπος, ονόματι Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήτο δίκαιος και ευλαβής και επερίμενε να έλθη λύτρωσις και παρηγορία στον λαόν του Ισραήλ με την έλευσιν του Χριστού, όπως είχαν προείπει αι Γραφαί, και Πνεύμα Αγιον ήτο εις αυτόν·

Λουκ. 2,26         καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου.

Λουκ. 2,26                και του είχεν αποκαλυφθή από το Αγιον Πνεύμα ότι δεν θα απέθνησκεν, πριν ίδη εκείνον, τον οποίον ο Θεός θα έχριε Σωτήρα και βασιλέα του κόσμου.

Λουκ. 2,27         καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ,

Λουκ. 2,27                Και κατά παρακίνησιν του Αγίου Πνεύματος ήλθεν στον ναόν. Και όταν οι γονείς έφεραν το παιδίον Ιησούν στον ναόν να κάμουν δι’ αυτό ο,τι ώριζεν ο νόμος δια τα πρωτότοκα,

Λουκ. 2,28         καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε·

Λουκ. 2,28                τότε και αυτός ο Συμεών εδέχθη εις τας αγκάλας του το παιδίον, εδοξολόγησε τον Θεόν και είπε·

Λουκ. 2,29         νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ,

Λουκ. 2,29                “τώρα πλέον με απολύεις εμέ τον δούλον σου να φύγω από τον κόσμον αυτόν, Δεσπότα, ειρηνικός και χαρούμενος, σύμφωνα με τον λόγον που μου είπες,

Λουκ. 2,30         ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου,

Λουκ. 2,30                διότι είδαν τα μάτια μου τον Χριστόν, ο οποίος θα φέρη την σωτηρίαν,

Λουκ. 2,31         ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν.

Λουκ. 2,31                 την οποίαν συ έχεις ετοιμάσει, δια να την ίδουν όλοι οι λαοί της γης.

Λουκ. 2,32         φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ.

Λουκ. 2,32                Φως πνευματικόν, που θα φανερώση εις τα έθνη τον αληθινόν Θεόν και την δόξαν του λαού σου Ισραήλ, αφού από αυτόν τον λαόν κατά το ανθρώπινον προέρχεται ο Χριστός”.

Λουκ. 2,33         καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ.

Λουκ. 2,33                Και ο Ιωσήφ και η μητέρα του παιδίου συνεχώς εθαύμαζαν δι’ όσα ελέγοντο περί του παιδίου.

Λουκ. 2,34         καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπε πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον.

Λουκ. 2,34                Και ευλόγησεν αυτούς ο Συμεών και είπε προς την Μαρίαν την μητέρα του παιδίου· “ιδού αυτός θα γίνη αιτία να πέσουν και να αναστηθούν πολλοί στον Ισραήλ, (θα πέσουν εκείνοι που δεν θα πιστεύσουν, θα αναστηθούν και θα λυτρωθούν εκείνοι που θα πιστεύσουν). Και θα γίνη αυτός σημείον αντιλογίας μεταξύ των ανθρώπων.

Λουκ. 2,35         καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί.

Λουκ. 2,35                Και την ιδικήν σου μητρικήν καρδίαν θα διαπεράση η ρομφαία του πόνου, όταν ίδης τον υιόν σου να πάσχη δια την σωτηρίαν των ανθρώπων. Ολα δε αυτά θα γίνουν, δια να φανερωθούν οι μυστικοί διαλογισμοί και απόκρυφοι πόθοι πολλών καρδιών”.

Λουκ. 2,36         Καὶ ἦν Ἄννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα ἔτη μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς,

Λουκ. 2,36                Υπήρχε δε εις τα Ιεροσόλυμα και κάποια προφήτις, ονόματι Αννα, θυγάτηρ του Φανουήλ, από την φυλήν Ασήρ· αυτή ήτο πολύ προχωρημένη εις την ηλικίαν της και είχε ζήσει επτά έτη μετά του ανδρός της, από την ημέρα που ως παρθένος είχεν υπανδρευθή αυτόν.

Λουκ. 2,37         καὶ αὐτὴ χήρα ὡς ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν·

Λουκ. 2,37                Και αυτή ήτο χήρα, ογδοήκοντα τεσσάρων περίπου ετών, η οποία δεν απεμακρύνετο από τον Ιερόν περίβολον του ναού, λατρεύουσα νύκτα και ημέραν τον Θεόν με νηστείας και προσευχάς.

Λουκ. 2,38         καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ.

Λουκ. 2,38                Και αυτή εκείνη την ώραν, αφού είδε το παιδίον, εδοξολογούσε τον Κυριον και έλεγε περί αυτού εις όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, που επερίμεναν την λύτρωσίν των από τα δεινά και την καταδίκην της αμαρτίας.

Λουκ. 2,39         Καὶ ὡς ἐτέλεσαν ἅπαντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὴν πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ.

Λουκ. 2,39                Και αμέσως, όταν ο Ιωσήφ και η Μαρία εξετέλεσαν όλα όσα ο νόμος του Κυρίου ώριζε, επέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν, εις την πατρίδα των την Ναζαρέτ.

Λουκ. 2,40         Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό.

Λουκ. 2,40                Το δε παιδίον ηύξανε κατά το σώμα και ισχυροποιείτο πολύ κατά το πνεύμα και επληρούτο από σοφίαν, την οποίαν εις αυτό μετέδιδεν, καθόσον επροχωρούσε η ηλικία του, η ενωμένη με αυτό θεία του φύσις. Και χάρις Θεού ήτο εις αυτό, η οποία το επροφύλασσε αμόλυντο από κάθε αμαρτίαν, το καθωδηγούσε δε και το ενίσχυε προς κάθε αρετήν.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1

Ματθ. 1,1          Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυΐδ, υἱοῦ Ἀβραάμ.

Ματθ. 1,1                  Βιβλίον της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, απογόνου κατά το ανθρώπινον του βασιλέως Δαυΐδ, ο οποίος πάλιν υπήρξεν απόγονος του πατριάρχου Αβραάμ.

Ματθ. 1,2          Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,

Ματθ. 1,2                  Διότι ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, ο δε Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού.

Ματθ. 1,3          Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ,

Ματθ. 1,3                  Ο Ιούδας δε εγέννησε από την νύμφην αυτού Θάμαρ τους διδύμους Φαρές και Ζαρά, ο Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, ο Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ.

Ματθ. 1,4          Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών,

Ματθ. 1,4                  Ο Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασσών, ο Ναασσών δε εγέννησε τον Σαλμών.

Ματθ. 1,5          Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ῥαχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ῥούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί,

Ματθ. 1,5                  Ο Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ από την τέως αμαρτωλήν Ραχάβ, ο Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ από την Μωαβίτιδα Ρούθ, ο Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί.

Ματθ. 1,6          Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυΐδ τὸν βασιλέα. Δαυΐδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶνα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου,

Ματθ. 1,6                  Ο Ιεσσαί δε εγέννησε τον βασιλέα Δαυΐδ, ο δε βασιλεύς Δαυίδ εγέννησε τον Σολομώντα από την γυναίκα του Ουρίου.

Ματθ. 1,7          Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ῥοβοάμ, Ῥοβοάμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά,

Ματθ. 1,7                  Ο Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, ο Αβιά δε εγέννησε τον Ασά.

Ματθ. 1,8          Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφάτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν,

Ματθ. 1,8                  Ο Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, ο Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν.

Ματθ. 1,9          Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν,

Ματθ. 1,9                  Ο Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, ο Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Αχαζ, ο Αχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν.

Ματθ. 1,10        Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν,

Ματθ. 1,10                Ο Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, ο Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, ο Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν.

Ματθ. 1,11        Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος.

Ματθ. 1,11                 Ο Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού κατά την εποχήν, που απήχθησαν αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα οι Ιουδαίοι.

Ματθ. 1,12        Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ,

Ματθ. 1,12                Επειτα δε από την βιαίαν αυτήν μετανάστευσιν των Ιουδαίων εις Βαβυλώνα και την ζωήν των εκεί ως αιχμαλώτων, ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, ο δε Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ.

Ματθ. 1,13        Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ,

Ματθ. 1,13                Ο Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ.

Ματθ. 1,14        Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ,

Ματθ. 1,14                Ο Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, ο Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ.

Ματθ. 1,15        Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ,

Ματθ. 1,15                Ο Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, ο Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ.

Ματθ. 1,16        Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.

Ματθ. 1,16                Ο Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ, τον μνηστήρα της Μαρίας, από την οποίαν εγεννήθη ο Ιησούς ο ονομαζόμενος Χριστός.

Ματθ. 1,17        Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραάμ ἕως Δαυΐδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυΐδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες.

Ματθ. 1,17                Ολαι λοιπόν αι γενεαί από τον Αβραάμ μέχρι του Δαυίδ είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από Δαυίδ μέχρι της μετοικεσίας των Ιουδαίων ως αιχμαλώτων εις την Βαβυλώνα είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από της μετοικεσίας εις την Βαβυλώνα μέχρι των ημερών του Χριστού γενεαί πάλιν δεκατέσσαρες.

Ματθ. 1,18        Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.

Ματθ. 1,18                Η δε γέννησις του Ιησού Χριστού έγινε κατά τον ακόλουθον υπερφυσικόν τρόπον. Οταν δηλαδή εμνηστεύθη η μήτηρ αυτού Μαρία με τον Ιωσήφ, χωρίς να συνοικήσουν ως σύζυγοι, ευρέθη έγκυος από την δημιουργικήν ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος.

Ματθ. 1,19        Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν.

Ματθ. 1,19                Ο δε Ιωσήφ, ο μνηστήρ αυτής, όταν αντελήφθη την εγκυμοσύνην αυτής, επήρε την απόφασιν να διαλύση την μνηστείαν. Επειδή όμως ήτο ενάρετος και εύσπλαγχνος δεν ηθέλησε να την διαπομπεύση δημοσία, αλλ’εσκέφθη να την διώξη μυστικά χωρίς να ανακοινώση εις κανένα τας υποψίας του.

Ματθ. 1,20        Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου.

Ματθ. 1,20               Ενώ δε αυτά είχε στον νουν, ιδού ένας άγγελος του Κυρίου παρουσιάσθη στο όνειρόν του και του είπεν· Ιωσήφ, απόγονε του Δαυΐδ, μη διστάσης, να παραλάβης στον οίκον σου την Μαριάμ, την αγνήν και πιστήν μνηστή σου, διότι το παιδίον που κυοφορείται έντος αυτής έχει συλληφθή από την δημιουργικήν ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος.

Ματθ. 1,21        τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.

Ματθ. 1,21                Θα γεννήση δε υιόν, και συ (ο οποίος σύμφωνα με τον νόμον θεωρείσαι προστάτης και πατέρας του) θα το ονομάσης Ιησούν (δηλαδή Θεόν-Σωτήρα) διότι αυτός θα σώση πράγματι τον λαόν του από τας αμαρτίας αυτών.

Ματθ. 1,22        Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος·

Ματθ. 1,22               Και όλον αυτό το θαυμαστόν και μοναδικόν γεγονός έγινε, δια να πραγματοποιηθή και επαληθεύση αυτό, που είχε λεχθή από τον Κυριον δια του προφήτου Ησαΐου·

Ματθ. 1,23        Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός.

Ματθ. 1,23               “Ιδού η αγνή και άμωμος παρθένος θα συλλάβη και θα γεννήση υιόν, χωρίς να γνωρίση άνδρα, και θα ονομάσουν αυτόν Εμμανουήλ, όνομα που σημαίνει· Ο Θεός είναι μαζή μας”.

Ματθ. 1,24        Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ,

Ματθ. 1,24               Αμέσως λοιπόν μόλις εσηκώθη από τον ύπνον ο Ιωσήφ, έκαμε όπως τον είχε διατάξει ο άγγελος του Κυρίου και παρέλαβε στον οίκον του με εμπιστοσύνην και σεβασμόν την μνηστήν του.

Ματθ. 1,25        καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.

Ματθ. 1,25               Και ποτέ δεν εγνώρισεν αυτήν ως σύζυγον ούτε και όταν εγέννησεν αυτή τον πρώτον και μοναδικόν υιόν της ούτε και μετά ταύτα. Και εκάλεσεν ο Ιωσήφ το όνομα του παιδίου Ιησούν.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 2

Ματθ. 2,1          Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα

Ματθ. 2,1                  Οταν δε εγεννήθη ο Ιησούς εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας, κατά τας ημέρας που βασιλεύς ήτο ο Ηρώδης, ιδού μάγοι (δηλαδή άνθρωποι σοφοί που εμελετούσαν και τους αστέρας του ουρανού) ήλθον από τας χώρας της Ανατολής εις τα Ιεροσόλυμα.

Ματθ. 2,2          λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.

Ματθ. 2,2                 Και ερωτούσαν τους κατοίκους· “που είναι ο νεογέννητος βασιλεύς των Ιουδαίων; Διότι ημείς είδαμεν τον αστέρα αυτού εις την Ανατολήν και από το ουράνιον αυτό φαινόμενον επληροφορηθήκαμεν την γέννησίν του και ήλθομεν να τον προσκυνήσωμεν”.

Ματθ. 2,3          Ἀκούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾿ αὐτοῦ,

Ματθ. 2,3                 Οταν ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης να γίνεται λόγος δια νεογέννητον Βασιλέα εκυριεύθη από ταραχήν, διότι εφοβήθη μήπως του αρπάση εκείνος την βασιλείαν· μαζή με τον Ηρώδην εταράχθησαν και όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ (φοβηθέντες μήπως εκσπάση και εις βάρος αυτών η οργή του αιμοβόρου βασιλέως).

Ματθ. 2,4          καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ᾿ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται.

Ματθ. 2,4                 Ο Ηρώδης, αφού εκάλεσε και συνεκέντρωσε όλους τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού (αυτούς που εθεωρείτο ότι εγνώριζαν τον νόμον και τους προφήτας) εζητούσε πληροφορίας, που, σύμφωνα με τας Γραφάς, θα εγεννάτο ο Χριστός.

Ματθ. 2,5          οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτω γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου·

Ματθ. 2,5                 Εκείνοι δε του είπαν· “εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας, διότι έτσι έχει γραφή από τον προφήτην Μιχαίαν·

Ματθ. 2,6          Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ.

Ματθ. 2,6                 Και συ Βηθλεέμ, που ανήκεις εις την περιοχήν της φυλής Ιούδα μολονότι μικρά στον πληθυσμόν, δεν είσαι από απόψεως αξίας καθόλου μικρότερη και άσημη από τας μεγάλας πόλεις της φυλής του Ιούδα. Και τούτο, διότι από σε θα προέλθη και θα αναδειχθή άρχων, ο οποίος ως καλός πομήν θα οδηγήση με στοργήν τον λαόν μου τον Ισραηλιτικόν”.

Ματθ. 2,7          Τότε Ἡρῴδης λάθρα καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσε παρ᾿ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος,

Ματθ. 2,7                 Τοτε ο Ηρώδης εκάλεσε κρυφίως τους μάγους και επληροφορήθη ακριβώς από αυτούς τον χρόνον, κατά τον οποίον είχε φανή ο αστήρ.

Ματθ. 2,8          καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλεὲμ εἶπε· πορευθέντες ἀκριβῶς ἐξετάσατε περὶ τοῦ παιδίου, ἐπὰν δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ.

Ματθ. 2,8                 Κατόπιν τους έστειλε εις την Βηθλεέμ και είπε· “πηγαίνετε εκεί και εξετάσατε με κάθε ακρίβειαν όλα τα περί του παιδίου· και όταν θα το εύρετε, πληροφορήσατέ με, δια να έλθω εις την Βηθλεέμ να το προσκυνήσω και εγώ”.

Ματθ. 2,9          οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον·

Ματθ. 2,9                 Οι δε μάγοι, αφού ήκουσαν τα λόγια του βασιλέως, εξεκίνησαν και επορεύοντο εις την Βηθλεέμ· και ιδού το λαμπρόν αστέρι, που είχαν ίδει εις την Ανατολήν, επροπορεύετο και τους ωδηγούσεν, έως ότου ήλθε και εστάθη επάνω από τον τόπον όπου ευρίσκετο το παιδίον.

Ματθ. 2,10        ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα,

Ματθ. 2,10               Οι μάγοι, όταν είδαν τον αστέρα, εδοκίμασαν πολύ μεγάλην χαράν (διότι ευρήκαν πάλιν τον ασφαλή οδηγόν των).

Ματθ. 2,11        καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν·

Ματθ. 2,11                Και ελθόντες εις την οικίαν είδαν το παιδίον με την μητέρα αυτού Μαρίαν και πεσόντες στο έδαφος επροσκύνησαν με βαθείαν ευλάβειαν αυτό· και ανοίξαντες τας αποσκευάς και τα θησαυροφυλάκιά των του προσέφεραν δώρα, χρυσόν και πολύτιμα αρώματα της Ανατολής, λιβάνι και σμύρναν.

Ματθ. 2,12        καὶ χρηματισθέντες κατ᾿ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν.

Ματθ. 2,12               Επειδή δε έλαβον εντολήν και οδηγίαν από τον Θεόν εις όνειρόν των να μη επιστρέψουν προς τον Ηρώδην, ανεχώρησαν δια την πατρίδα των από άλλον δρόμον.

Ματθ. 2,13        Ἀναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό.

Ματθ. 2,13               Οταν δε αυτοί ανεχώρησαν, ιδού άγγελος Κυρίου εφάνηκε δι’ ονείρου στον Ιωσήφ και του είπε· “σήκω αμέσως χωρίς αναβολήν και πάρε το παιδίον και την μητέρα του και φύγε εις την Αίγυπτον, και μένε εκεί, μέχρις ότου πάλιν εγώ σου είπω· διότι ο Ηρώδης θα αναζητήση το παιδίον, δια να το θανατώση”.

Ματθ. 2,14        Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον,

Ματθ. 2,14               Και ο Ιωσήφ εσηκώθηκε αμέσως, παρέλαβε νύκτα το παιδίον και την μητέρα αυτού και έφυγεν εις την Αίγυπτον.

Ματθ. 2,15        καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου.

Ματθ. 2,15               Και έμενε εκεί, έως ότου απέθανε ο Ηρώδης και έτσι εξεπληρώθη και επραγματοποιήθη πλήρως εκείνο, που είχε λεχθή από τον Κυριον δια του προφήτου, ο οποίος είπε· “από την Αίγυπτον εκάλεσα τον υιόν μου”.

Ματθ. 2,16        Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων.

Ματθ. 2,16               Τοτε ο Ηρώδης, όταν είδε ότι οι Μαγοι τον εξεγέλασαν, ωργίσθη παρά πολύ, και επάνω εις την φονικήν οργήν του έστειλε δημίους και έσφαξε όλα τα παιδιά, που ήσαν εις την Βηθλεέμ και εις τα περίχωρα αυτής από ηλικίας δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με τον χρόνον, τον οποίον είχε εξακριβώσει από τους μάγους.

Ματθ. 2,17        τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·

Ματθ. 2,17               Τοτε εξεπληρώθη εκείνο που είχε λεχθή από τον προφήτην Ιερεμίαν, ο οποίος είχε προφητεύσει·

Ματθ. 2,18        Φωνὴ ἐν Ῥαμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν.

Ματθ. 2,18               “Κραυγή πόνου και σπαραγμού ηκούσθη εις την περιοχήν Ραμά· θρήνος μεγάλος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· όλαι αι μητέρες της περιοχής, απόγονοι της συζύγου του Ιακώβ Ραχήλ (η οποία είχε ταφή εκεί) έκλαιαν και εκόπτοντο δια τα φονευθέντα τέκνα των και δεν ήθελαν με κανένα τρόπον να παρηγορηθούν, διότι τα αθώα αυτά πλάσματα δεν υπάρχουν πλέον”.

Ματθ. 2,19        Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ

Ματθ. 2,19               Οταν δε απέθανε ο Ηρώδης, ιδού άγγελος πάλιν Κυρίου εφάνη δι’ ονείρου στον Ιωσήφ, που έμενε εις την Αίγυπτον

Ματθ. 2,20        λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.

Ματθ. 2,20              και του είπε· “σήκω, πάρε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πήγαινε, χωρίς φόβον, εις την χώραν των Ισραηλιτών. Διότι έχουν πλέον αποθάνει εκείνοι, που εζητούσαν να αφαιρέσουν την ζωήν του παιδίου”.

Ματθ. 2,21        ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ.

Ματθ. 2,21               Αυτός δε εσηκώθη, επήρε το παιδίον και την μητέρα του και επανήλθεν εις την Παλαιστίνην.

Ματθ. 2,22        ἀκούσας δὲ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας,

Ματθ. 2,22              Οταν όμως ήκουσε ότι εις την Ιουδαίαν βασιλεύει αντί του Ηρώδου του πατρός του ο Αρχέλαος (μοχθηρός επίσης ηγεμών) εφοβήθη να μεταβή εκεί. Λαβών δε οδηγίας από τον Θεόν στο όνειρόν του ανεχώρησε και επήγε εις τα μέρη της Γαλιλαίας (όπου ηγεμόνευεν ο Ηρώδης Αντίπας, ολιγώτερον σκληρός από τον αδελφόν του Αρχέλαον).

Ματθ. 2,23        καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.

Ματθ. 2,23               Και αφού ήλθεν εκεί, εγκατεστάθη εις την πόλιν ονομαζομένην Ναζαρέτ· και έτσι εξεπληρώθη αυτό που είχε προαναγγελθή από τους προφήτας, ότι δηλαδή ο Ιησούς “θα ονομασθή (περιφρονητικώς από τους εχθρούς του) Ναζωραίος”.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 1

Ιω. 1,1              Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.

Ιω. 1,1                        Εις την αρχήν της πνευματικής και υλικής δημιουργίας, άναρχος και προαιώνιος, υπήρχεν ο Υιός και Λογος του Θεού. Και ο Λογος ήτο πάντοτε αχώριστος από τον Θεόν και πλησιέστατα προς αυτόν, και ο Λογος ήτο Θεός απειροτέλειος, όπως ο Πατήρ και το Αγιον Πνεύμα.

Ιω. 1,2              Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν.

Ιω. 1,2                       Αυτός υπήρχεν εις την αρχήν της δημιουργίας ηνωμένος προς τον Θεόν.

Ιω. 1,3              πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν.

Ιω. 1,3                        Ολα τα δημιουργήματα έγιναν δι’ αυτού και χωρίς αυτόν δεν έλαβε ύπαρξιν κανένα, από όσα έχουν γίνει.

Ιω. 1,4              ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.

Ιω. 1,4                       Εις αυτόν υπήρχε ζωή και ως άπειρος πηγή ζωής εδημιούργησε και διατηρεί κάθε ζωήν. Δια δε τους ανθρώπους δεν είναι μόνον η φυσική ζωη, αλλά και το πνευματικόν φως, που φωτίζει τον νουν των εις κατανόησιν και αποδοχήν της αληθείας.

Ιω. 1,5              καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.

Ιω. 1,5                        Και το φως λάμπει μέσα στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν ημπόρεσε ποτέ να το επισκιάση και το εξουδετερώση.

Ιω. 1,6              Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης·

Ιω. 1,6                       Προάγγελος αυτού του φωτός κατά τας ημέρας εκείνας έγινεν ένας άνθρωπος, σταλμένος από τον Θεόν, του οποίου το όνομα ήτο Ιωάννης.

Ιω. 1,7              οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι᾿ αὐτοῦ.

Ιω. 1,7                        Αυτός ήλθε με κύριον σκοπόν να μαρτυρήση περί του φωτός, δηλαδή περί του Ιησού Χριστού, και με το κήρυγμά του να προπαρασκευάση τους ανθρώπους, ώστε να πιστεύσουν όλοι στο φως.

Ιω. 1,8              οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ᾿ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός.

Ιω. 1,8                       Δεν ήτο εκείνος το φως, αλλ’ ήλθε να μαρτυρήση δια το φως.

Ιω. 1,9              Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.

Ιω. 1,9                       Ο Υιός και Λογος του Θεού ήτο πάντοτε το αληθινόν φως, το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπον, που έρχεται στον κόσμον.

Ιω. 1,10             ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω.

Ιω. 1,10                      Ητο εξ αρχής στον κόσμον, ως δημιουργός και κυβερνήτης, και ο κόσμος όλος, ορατός και αόρατος, έλαβεν ύπαρξιν δι’ αυτού. Και όμως όταν το φως, ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, ο κόσμος δεν τον ανεγνώρισε και δεν τον εδέχθη.

Ιω. 1,11             εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.

Ιω. 1,11                      Ηλθε μεταξύ των ιδικών του, δηλαδή των Ιουδαίων, τους οποίους με ιδιαιτέραν στοργήν δια μέσου των αιώνων είχε προστατεύσει, και αυτοί οι ιδικοί του δεν τον εδέχθησαν ως Σωτήρα και Θεόν των.

Ιω. 1,12             ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ,

Ιω. 1,12                      Αλλοι όμως τον εδέχθησαν. Εις όσους δε τον εδέχθησαν με πίστιν ως Σωτήρα και Θεόν των έδωκε το δικαίωμα να γίνουν τέκνα Θεού, εις αυτούς δηλαδή που πιστεύουν στο όνομά του.

Ιω. 1,13             οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ᾿ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν.

Ιω. 1,13                      Αυτοί δεν εγεννήθησαν από ανθρώπινα αίματα ούτε από θέλημα σαρκός ούτε από θέλημα ανδρός, αλλά εγεννήθησαν από τον Θεόν.

Ιω. 1,14             Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας.

Ιω. 1,14                      Και ο Υιός και Λογος του Θεού έγινε άνθρωπος κατά υπερφυσικόν τρόπον και κατεσκήνωσεν με οικειότητα εν τω μέσω ημών και ημείς είδαμεν την μεγαλειώδη δόξαν του, δόξαν όχι ανθρωπίνην, αλλά θείαν και απέραντον, την οποίαν είχεν ως φυσικήν του κατάστασιν από τον Πατέρα, σαν Υιός του Θεού μονογενής, γεμάτος χάριν και αλήθειαν.

Ιω. 1,15             Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγε λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶπον, ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.

Ιω. 1,15                      Ο Ιωάννης μαρτυρεί δι’ αυτόν και κράζει με μεγάλην φωνήν, λέγων· “αυτός ήτο εκείνος, δια τον οποίον σας είπα, ότι ο ερχόμενος ύστερα από εμέ είναι ασυγκρίτως ανώτερος από εμέ, διότι ως Υιός μονογενής του Πατρός υπήρχε ήδη, πριν εγώ γεννηθώ”.

Ιω. 1,16             Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος·

Ιω. 1,16                      Και από τον άπειρον πνευματικόν πλούτον αυτού όλοι ημείς ελάβαμεν και χάριν επάνω εις την χάριν.

Ιω. 1,17             ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.

Ιω. 1,17                      Διότι ενώ ο νόμος εδόθη δια του Μωϋσέως, δούλου του Θεού, η χάρις και η αλήθεια ήλθαν δια του Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού.

Ιω. 1,18             Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο.

Ιω. 1,18                      Τον Θεόν κανείς ποτέ δεν έχει ίδει. Ο Υιός ο μονογενής, που υπάρχει προαιωνίως πάντοτε στον κόλπον του Πατρός, εκείνος εφανέρωσεν εις ημάς και κατέστησε γνωστόν τον Θεόν.

Ιω. 1,19             Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰωάννου, ὅτε ἀπέστειλαν οἱ Ἰουδαῖοι ἐξ Ἱεροσολύμων ἱερεῖς καὶ Λευΐτας ἵνα ἐρωτήσωσιν αὐτόν· σὺ τίς εἶ;

Ιω. 1,19                      Και αυτή είναι η μαρτυρία του Ιωάννου, όταν έστειλαν οι Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα ιερείς και Λευΐτας να τον ερωτήσουν· “συ ποιός είσαι;”

Ιω. 1,20             καὶ ὡμολόγησε, καὶ οὐκ ἠρνήσατο· καὶ ὡμολόγησεν ὅτι οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός.

Ιω. 1,20                     Και ωμολόγησε, και δεν ηρνήθη. Και ωμολόγησεν ότι “δεν είμαι εγώ ο Χριστός”.

Ιω. 1,21             καὶ ἠρώτησαν αὐτόν· τί οὖν; Ἠλίας εἶ σύ; καὶ λέγει· οὐκ εἰμί. ὁ προφήτης εἶ σύ; καὶ ἀπεκρίθη, οὔ.

Ιω. 1,21                      Και τον ηρώτησαν πάλιν· “λοιπόν ποίος είσαι; Μηπως είσαι ο Ηλίας;” Και είπεν ο Ιωάννης· “δεν είμαι”.“Είσαι συ ο προφήτης, ο ένας και μοναδικός, τον οποίον προανήγγειλε ο Μωϋσής;” και απήντησεν· “όχι”.

Ιω. 1,22             εἶπον οὖν αὐτῷ· τίς εἶ; ἵνα ἀπόκρισιν δῶμεν τοῖς πέμψασιν ἡμᾶς· τί λέγεις περὶ σεαυτοῦ;

Ιω. 1,22                     Είπαν εν τέλει εις αυτόν· “ποίος είσαι; Πες μας, δια να δώσωμεν απάντησιν εις εκείνους που μας έστειλαν. Τι λέγεις δια τον ευατόν του;”

Ιω. 1,23             ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, καθὼς εἶπεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης.

Ιω. 1,23                     Είπεν ο Ιωάννης· “εγώ είμαι η φωνή του ανθρώπου, που φωνάζει δυνατά εις την έρημον τα λόγια του προφήτου Ησαΐου· κάμετε ευθύν τον δρόμον του Κυρίου· προετοιμάσατε τας ψυχάς σας, δια να υποδεχθούν τον Χριστόν”.

Ιω. 1,24             καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι ἦσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων·

Ιω. 1,24                     Και οι απεσταλμένοι ήσαν από την τάξιν των Φαρισαίων.

Ιω. 1,25             καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν καὶ εἶπον αὐτῷ· τί οὖν βαπτίζεις, εἰ σὺ οὐκ εἶ ὁ Χριστὸς οὔτε Ἠλίας οὔτε ὁ προφήτης;

Ιω. 1,25                     Και με τόνον επιτιμητικόν τον ηρώτησαν και του είπαν· “διατί λοιπόν βαπτίζεις, αφού συ δεν είσαι ο Χριστός ούτε ο Ηλίας ούτε ο προφήτης;”

Ιω. 1,26             ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰωάννης λέγων· ἐγὼ βαπτίζω ἐν ὕδατι· μέσος δὲ ὑμῶν ἕστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε.

Ιω. 1,26                     Απήντησεν εις αυτούς ο Ιωάννης και είπε· “εγώ μεν σας βαπτίζω με νερό· ανάμεσα σας δε στέκει και θα εμφανισθή έντος ολίγου εκείνος, τον οποίον σεις δεν γνωρίζετε.

Ιω. 1,27             αὐτός ἐστιν ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, οὗ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἵνα λύσω αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος.

Ιω. 1,27                     Αυτός είναι που έρχεται ύστερα από εμέ, ο οποίος όμως υπήρξε προ εμού ως προαιώνιος Λογος του Θεού, και του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος να λύσω ούτε το λωρί του υποδήματός του”.

Ιω. 1,28             Ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἦν Ἰωάννης βαπτίζων.

Ιω. 1,28                     Αυτά συνέβησαν εις την Βηθανίαν, πέραν από τον Ιορδάνην όπου εβάπτιζεν ο Ιωάννης.

Ιω. 1,29             Τῇ ἐπαύριον βλέπει ὁ Ἰωάννης τὸν Ἰησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.

Ιω. 1,29                     Την επομένην ημέραν βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησούν να έρχεται εις αυτόν και λέγει· “ίδε ο αμνός του Θεού, που επροφήτευσεν ο Ησαΐας, ο Μεσσίας και Λυτρωτής, ο οποίος θα θυσιασθή δια να πάρη επάνω του και εξαλείψη την αμαρτίαν και την ενοχήν του κόσμου.

Ιω. 1,30             οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.

Ιω. 1,30                     Αυτός είναι, δια τον οποίον σας είπα· ύστερα από εμέ έρχεται άνθρωπος, ο οποίος σαν αιώνιος Θεός υπάρχει πολύ πρωτύτερα από εμέ, ασύγκριτα λαμπρότερος και ενδοξότερος.

Ιω. 1,31             κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἰσραήλ, διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων.

Ιω. 1,31                      Και εγώ δεν τον εγνώριζα προηγουμένως, αλλά δια να φανερωθή αυτός στους Ισραηλίτας, δια τούτο ήλθα εγώ και βαπτίζω εις τα ύδατα του Ιορδάνου”.

Ιω. 1,32             καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾿ αὐτόν.

Ιω. 1,32                     Και εβεβαίωσεν ο Ιωάννης λέγων ότι “είδα το Αγιον Πνεύμα να κατεβαίνη ωσάν περιστερά από τον ουρανόν και έμεινεν εις αυτόν μονίμως.

Ιω. 1,33             κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾿ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ᾿ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ᾿ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.

Ιω. 1,33                     Και εγώ, όπως και σεις, δεν τον εγνώριζα, αλλά εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε· Εις όποιον ίδης να κατεβαίνη το Πνεύμα το Αγιον και να μένη εις αυτόν, αυτός είναι, που βαπτίζει με Πνεύμα Αγιον.

Ιω. 1,34             κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

Ιω. 1,34                     Και εγώ πράγματι είδα, όπως μου είπεν ο Θεός, και έχω δώσει μαρτυρίαν και ομολογίαν ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού που έγινεν άνθρωπος”.

Ευαγγελισμός της Μεταστάσεως της Παναγίας

Στις 12 Αυγούστου, τρεις μέρες πριν το Δεκαπενταύγουστο, πριν δηλαδή τη μεγάλη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η εκκλησία εορτάζει τον Ευαγγελισμό της Μεταστάσεως της Θεοτόκου. Την αναγγελία δηλαδή από τον αρχάγγελο Γαβριήλ στην Παναγία του «θανάτου» της και της Μεταστάσεώς της στους ουρανούς.

Η εκφραστική αγιογραφία που ακολουθεί καθώς και η επεξηγηματική της λεξάντα αναφέρονται στο γεγονός.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Μετάσταση

Ο Ευαγγελισμός της Μεταστάσεως:

Μια σπάνια αγιογραφία που βρίσκεται στο Όρος των Ελαιών στην ομώνυμη εκκλησία. Είναι το σημείο όπου ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ανακοίνωσε στην Παναγία τη Μετάστασή της στους ουρανούς. Διακρίνουμε το Χριστό που πλησιάζει και τους Αγγέλους που ειδοποιούν τους Αποστόλους στα πέρατα του κόσμου. Τα ελαιόδεντρα γέρνουν προσκυνώντας την Παναγία. Δυστυχώς δεν είναι γνωστό προσκύνημα και πολλοί λίγοι Χριστιανοί το επισκέπτονται.Μετάστασις: η μετάβαση σε άλλη θέση, μετάβαση σε άλλον τόπο, η αναχώρηση από τη ζωή, ο θάνατος.

Εδώ: Η μετάστασις της Θεοτόκου= η κοίμησις της Θεοτόκου. «ἀντὶ γὰρ θανάτου λοιπὸν κοίμησις καὶ ὕπνος λέγεται ἡ ἐντεῦθεν μετάστασις…» (Joannes Chrysostomus Scr.Eccl.,Insanctumpascha Vol 52, pg 767, ln 26).

Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμεω ιστορικά στοιχεία γύρω από την Παναγία και τον τρόπο και χρόνο που «εκοιμήθη» για ένα και μόνο σκοπό: για να μάθουν όσοι δεν γνωρίζουν λίγα σχετικά με τη ζωή και την πορεία έως τη μετάσταση, της Παναγίας. Το κείμενο σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ολοκληρωμένη μελέτη για το θέμα και γι’ αυτό άλλωστε περιέχει τμήματα ολόκληρα άλλων ειδικών συγγραφέων.

Η 15η Αυγούστου ως εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, καταγράφεται στις αρχές του 11ου αιώνα στο Ελληνικό μηνολόγιο του Βασιλείου του Πορφυρογέννητου, ο συγγραφέας του οποίου στηρίχθηκε κατά βάση στις απόκρυφες πηγές. Διαμορφώθηκε όμως σταδιακά μετά τον 5ο αιώνα και ίσχυσε καθολικά και επίσημα μετά τον 6ο αιώνα. «Από τα αρχαιότερα κείμενα (αν όχι το αρχαιότερο)[1], τα οποία αναφέρονται στο εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως είναι το Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της υπεραγίας δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας του Μοδέστου, πατριάρχου Ιεροσολύμων (631-634)[2]»[3].

Αλλά γιατί αναφέρεται «κοίμησις» και όχι «θάνατος»;Ο Ευσέβιος[4] αναφέρει: «…αντί δε του· <έγερθήσονται, έξυπνισθήσονται> οι λοιποί ηρμήνευσαν ως κοιμηθέντων αυτών, ουχί δε τεθνεώτων· διό των αγίων ο θάνατος κοίμησις ανομάζεται, ακολούθως δε τη κοιμήσει η ανάστασις έξυπνισμός αν λεχθείη…». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος[5] αναφέρει επίσης: «…Καί ότι κοίμησις καλείται, δήλον εξ ων φησιν ο Χριστός· Λάζαρος ο φίλος ημων κεκοίμηται. Ου γαρ είπεν, Απέθανε, καίτοι γε τεθνηκώς ην…». Ο δε Προκόπιος[6] αναφέρει: «…Νεκροί δε Κυρίου, οι πάντα δι’ αυτόν υπομείναντες (περί ων ου τεθνηκότων, αλλ’ ως κοιμηθέντων έξέδωκαν οι λοιποί) κατά μεν το πρωτον, έξυπνίσεσθε οι εν τοις μνημείοις· κατά δε το δεύτερον, Αγαλλιάσονται, ή αινέσουσιν κατά τον Ακύλαν, ή αλαλάξουσι, κατά τον Θεοδοτίωνα. Κοίμησις γαρ ανομάζεται των αγίων ο θάνατος…».Ποια ήταν η Παναγία.Γονείς της ήσαν οι Ιωακείμ γιός του Ελιακείμ από τη φυλή του Ιούδα και απόγονος του Δαυίδ και η Άννα από τη Ναζαρέτ και γονείς της Άννας, ήσαν ο ιερέας[7] Ματθάν που ιεράτευσε την εποχή της βασιλείας της Κλεοπάτρας και η Μαριάμ. Ο Ματθάν ήταν απόγονος του Δαυίδ και έτσι επαληθευόταν και αυτό που έλεγαν οι προφήτες ότι ο Χριστός θα είναι «υιός του Δαυίδ». Ο Ματθάν από τη φυλή Λευί και η Μαριάμ απέκτησαν τρεις κόρες. Τη Μαρία που παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ και ήταν μητέρα της μαίας Σαλώμης, τη Σωβή, που παντρεύτηκε και αυτή στη Βηθλεέμ και απέκτησε την Ελισάβετ η οποία ήταν μάνα του Ιωάννη του Προδρόμου και την Άννα, την μητέρα της Παναγίας (wikipedia). Άρα η Παναγία και η Ελισάβετ ήσαν πρώτες ξαδέρφες και ο Χριστός και ο Ιωάννης δεύτερα ξαδέρφια, αλλά δεν είχαν συναντηθεί ποτέ πριν τη βάφτιση του Χριστού από τον Ιωάννη, γιατί ο Ιωάννης είχε φύγει στην έρημο από παιδί[8]. Οι συγγραφείς αναφέρουν περί της συγγενείας της Παναγίας με την Ελισάβετ αλλά δεν αναφέρουν λεπτομέρειες. Ο Θεοφάνης (Κεραμεύς) [Ομιλίαι εις Ευαγγέλια Κυριακά και εορτάς του όλου ενιαυσίου: Θεοφάνους του επίκλην Κεραμέως, αρχιεπισκόπου Ταυρομένων Σικελίας. Εν Ιεροσολύμοις 1860, α΄ έκδ. Παρίσι 1664], αναφέρει επί λέξει τα εξής: «Προσήκει ούν ειδέναι, ως αναμέμεικτο η Λευιτική φυλή τη βασιλική. Έμελλε γαρ εκ της Ιούδα φυλής ανατείλαι Χριστός, ός ην και βασιλεύς και αρχιερεύς. Πόθεν δε αυταίς η συγγένεια, φέρε είπωμεν, εκ των πατρικών παραδόσεων υφάναντες το διήγημα. Ματθάν ο Βηθλεεμίτης και ιερεύς, θυγατέρας εγέννησε τρεις, την Μαρίαν, και την Άνναν, και την Σωβήν. Της μεν ουν Σωβήν θυγάτηρ ήν η Ελισάβετ, της δε Άννης η υπέραγνος Δέσποινα. Δυοίν ουν αδελφοίν ήστην η Ελισάβετ και η Παρθένος…». Ο Ιωακείμ και η Άννα δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους και την υπόσχεσή τους ότι αν αποκτήσουν παιδί και αυτό γίνει 3 ετών θα το αφιερώσουν στο Θεό, πηγαίνοντάς στο ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα, και τους «έδωσε» σε μεγάλη ηλικία, τη Μαριάμ δηλαδή την Μαρία. Δεν απέκτησαν άλλο παιδί[9]. Όταν η Μαρία έγινε 3 ετών την πήγαν στον εν λόγω ναό (Εισόδια της Θεοτόκου) και την παρέδωσαν στον ιερέα Ζαχαρία που ήταν σύζυγος της Ελισάβετ και μετά έγινε πατέρας του Ιωάννη του Προδρόμου[10]. Όταν η Μαρία έγινε 13 ετών και ενώ οι γονείς της είχαν πεθάνει, έφυγε από το ναό και οι ιερείς του ναού την αρραβώνιασαν με τον Ιωσήφ[11], που ήταν μεγαλύτερός της στην ηλικία και με την προηγούμενη γυναίκα του, που είχε πεθάνει, είχε αποκτήσει 7 παιδιά, 4 αγόρια (Ιάκωβο, Ιούδα-όχι τον προδότη, Σίμωνα και Ιωσή) και 3 κόρες (Εσθήρ, Θάμαρ ή Μάρθα και Σαλώμη). Στη συνέχεια ακλούθησε ο Ευαγγελισμός της Παναγίας και εκείνη έμεινε έγκυος. Ο Ιωσήφ, μη ελθών σε σαρκική επαφή με την Παναγία και θεωρώντας ότι κάποιος άλλος άντρας την κατέστησε έγκυο, σκέφτηκε να τη διώξει κρυφά για να μη γίνει γνωστό το γεγονός και καταδικαστεί για μοιχεία, σε θάνατο[12]. Τότε άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον ύπνο του και του είπε: «…Ιωσήφ υιέ Δαυΐδ, μη φοβηθείς παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου· το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ πνεύματος εστιν Αγίου˙ τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν˙ αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών…»[13]. Οι φράσεις του ευαγγελίου: «Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής» και «μη φοβηθείς παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου» (στ. 20), όπως και το «παρέλαβε την γυναίκα αυτού» (στ. 24), είναι συμβατές με την συνήθεια των Εβραίων να θεωρούν γυναίκα τους τη μνηστή τους και να την ονομάζουν έτσι. Ο νόμος επέβαλλε λιθοβολισμό στην περίπτωση που η μνηστή «εφωράτο» παρεκτραπείσα εις απιστίαν προς τον μνηστήρα της[14]. Η Παναγία έγκυος πήγε στην ξαδέρφη της την Ελισάβετ που και εκείνη κυοφορούσε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο[15]. Τα της γέννησης του Χριστού είναι γνωστά και δεν θα τα αναφέρω εδώ. Όταν σταυρώθηκε ο Χριστός, η Παναγία θρηνούσε κάτω από το σταυρό του, μαζί με τον Ιωάννη[16], όταν ο Ιησούς της είπε: «…γύναι, ίδε ο υιός σου. Είτα λέγει τω μαθητή [Ιωάννη]˙ ιδού η μήτηρ σου…»[17].Πώς και πού «εκοιμήθη» η Παναγία;Οι πληροφορίες για να απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα, προέρχονται από τις ιερές παραδόσεις οι οποίες έχουν καταγραφεί και από την εκκλησιατική Γραμματεία.Α. Τα γεγονότα τα οποία περιγράφονται στο Εγκώμιο του Μοδέστου, παραπέμπουν στην απόκρυφη διήγηση περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Άλλες πηγές των γεγονότων της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι οι ομιλίες του Ανδρέου Κρήτης (+675), οι διηγήσεις του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και η επιστολή του προς τον Τιμόθεο, οι πληροφορίες του Ιωάννη Θεσσαλονίκης (7ος αι.) κ. ά.[18].«Σύμφωνα με τη διήγηση του Ιωάννου Θεσσαλονίκης: α) Η Θεοτόκος μετά το «πάθος του Υιού της» παρέμεινε «για αρκετό χρόνο» (χρόνον ου βραχύν) στην Ιουδαία και τα Ιεροσόλυμα μαζύ με τους αποστόλους και τον «ηγαπημένο μαθητή», τον Ιωάννη[19], β) Ολίγο χρόνο αφού οι απόστολοι εξόρμησαν εις το κηρύττειν το ευαγγέλιον εν ολω τω κόσμω, η Θεοτόκος την γην φυσικώ τέλει κατέλιπεν[20]. Στο σημείο αυτό διαπιστώνουμε ότι ο Ιωάννης προαναγγέλλει το γεγονός της Κοιμήσεως, στο οποίο πρόκειται να αναφερθεί διεξοδικώς, γ) Όταν επρόκειτο να αποθάνει, ήλθε ο άγγελος και την παρότρυνε «να λάβει το βραβείο, το όποιο έδωσε ο Θεός» και να το παραδώσει στους αποστόλους, ώστε κρατώντας το να την υμνήσουν διότι σε τρεις ημέρες «θα απέθετε το σώμα». Προσέθεσε, επίσης, ότι ο Θεός θα της απέστελλε τους αποστόλους για να την κηδεύσουν και να «θεωρήσουν τη δόξα της»[21], δ) Η Θεοτόκος παραπονείται διότι ο άγγελος δεν προσεκόμισε ένα «βραβείο» για τον κάθε απόστολο, αλλά μόνο ένα και μοναδικό, ώστε να φοβείται η Θεοτόκος μήπως λυπηθούν οι απόστολοι οι οποίοι δεν θα κρατούσαν το «βραβείο»[22]. Η Θεοτόκος ερωτά, επίσης, περί του ονόματος του αγγέλου[23] και του ζητά να της υποδείξει το πρακταίο[24]. ε) Ο άγγελος δεν αποκαλύπτει το όνομά του (θαυμαστόν γαρ ακούσαι), την προτρέπει να παραλάβει το «βραβείο» διότι με αυτό «θα θεραπευθούν πολλοί» και να «μεταβεί στο όρος»[25]. στ) Η Θεοτόκος μεταβαίνει στο όρος των Ελαιών, καθοδηγούμενη από το «φως του αγγέλου»[26] και κρατώντας στο χέρι το «βραβείο». Κατά την είσοδό της στην περιοχή του όρους των Ελαιών, τα δένδρα και τα φυτά «υποκλίνονται» ως να την προσκυνούν. Η Θεοτόκος διερωτάται μήπως είναι παρών αοράτως ο Χριστός, σκεπτόμενη ότι προς εκείνον απευθυνόταν ο σεβασμός της φύσεως[27]. Στο σημείο αυτό η διήγηση εξαίρει την ταπεινοφροσύνη της Θεοτόκου, η οποία δεν θεωρεί την ίδια αλλά το Θεό ως άξιο τιμής. ζ) Η ταπείνωση της Θεοτόκου γίνεται αντιληπτή από τον άγγελο, ο οποίος της επιβεβαιώνει ότι τα «σημεία» αυτά προέρχονται από το Θεό, προσθέτει δε ότι ο ίδιος είναι ο τας ψυχάς των ταπεινούντων εαυτούς τω Θεώ παραλαμβάνων και μεταφέρων εις τον τόπον των δικαίων εν εκείνη τη ημέρα, εν η εξέρχονται από του σώματος.Ο άγγελος καταλήγει απευθυνόμενος προς τη Θεοτόκο: Και συ ουν εάν αποτιθή το σώμα, εγώ αυτός έρχομαι επί σε[28]. Στο σημείο αυτό η διήγηση εξαίρει εκ νέου την ταπείνωση της Θεοτόκου, κυρίως όμως προαναγγέλλει την Κοίμησή της, χωρίς να επιτρέπει υπονοούμενα περί μη μετοχής της Θεοτόκου στο γεγονός του θανάτου. η) Προέκταση των προηγουμένων διαπιστώσεων αποτελεί το ερώτημα της Παναγίας προς τον άγγελο περί του υπ’αυτής πρακταίου, ώστε εκείνος να παραλάβει την ψυχή της. Ο άγγελος, όμως, της γνωστοποιεί ότι κατά την ώρα της Κοιμήσεώς της δεν θα παρίσταται μόνος για να συνοδεύσει την ψυχή της, αλλά θα περιβάλλεται από «στρατιές αγγέλων». Την προτρέπει να διαφυλάξει το «βραβείο» και χάνεται «ως φως στον ουρανό»[29]. θ) H Θεοτόκος επιστρέφει στην οικία της, η οποία «σείεται» λόγω «της δόξας του βραβείου» το οποίο κρατούσε. Εισέρχεται στο «ταμείο» της (στο ιδιαίτερο δωμάτιό της και χώρο προσευχής) και τοποθετεί το «βραβείο» σε σινδόνη[30]. (ι) Τότε απευθύνει θερμή προσευχή προς τον Κύριο να εισακούσει την προσευχή της μητέρας του, ώστε κατά την ώρα του θανάτου να αποφύγει «τας εξουσίας, τας ερχομένας εναντίον της ψυχής της». Ο Κύριος απαντά, υποσχόμενος ότι την ψυχή της δεν θα παραλάβουν άγγελοι αλλά ο ίδιος. Η Θεοτόκος δοξολογεί τον Υιό της για την απάντηση αυτή[31]. Στο σημείο αυτό καταγράφεται μία εκ των πλέον αξιομνημόνευτων ιδιαιτεροτήτων της διηγήσεως του Ιωάννου: ο φόβος της Θεοτόκου μήπως η ψυχή της παραληφθεί από αγγέλους, προφανώς δε όχι από τους αγγέλους του Θεού (περί αυτού δεν θα υπήρχε φόβος), αλλά από τους αγγέλους του Διαβόλου. Ο ίδιος φόβος θα εκφρασθεί από τη Θεοτόκο στη συνέχεια της διηγήσεως. Η αιτία του συγκεκριμένου φόβου δεν ευρίσκεται, σίγουρα, σε κάποια αίσθηση αμαρτωλότητας της Θεοτόκου, αλλά στην αρετή της ταπεινοφροσύνης η οποία δεν της επέτρεπε να θεωρεί δεδομένη και αυτονόητη την παραλαβή της ψυχής της από τον ίδιο τον Κύριο. ια) Ακολούθως, η Θεοτόκος εξέρχεται από το «ταμείο» της και παραγγέλλει στην «παιδίσκη» να ειδοποιήσει συγγενείς και γνωστούς ότι επιθυμούσε να τους συναντήσει. Όταν εκείνοι προσέρχονται, η Θεοτόκος αναγγέλλει τα της επικείμενης Κοιμήσεώς της και τους προτρέπει να «ποιήσουν μετ’αυτής μεγάλην φιλανθρωπίαν». Εξηγεί ότι δεν εννοεί τη φιλανθρωπία των χρημάτων, αλλά το να παραμείνουν κοντά της για τις δύο επόμενες νύχτες και έκαστος να κρατήσει αναμμένο ένα λυχνάρι, ώστε να τους ευλογήσει προ της Κοιμήσεως[32]. Η συγκεκριμένη προτροπή της Θεοτόκου υποδηλώνει την επιτέλεση κάποιας «προσευχητικής αγρυπνίας», στοιχεία της οποίας παρέχονται στη συνέχεια της διηγήσεως. ιβ) Όλοι συμμορφώνονται με τις υποδείξεις της Θεοτόκου, ενώ διαδίδεται ήδη η φήμη περί του επικείμενου θανάτου της. H Θεοτόκος τους προτρέπει να ανάψουν τις λυχνίες τους και να «γρηγορήσουν», διότι -όπως επεξηγεί- υπάρχουν κάποιοι άγγελοι οι οποίοι «περιγίγνονται» (υπερισχύουν) των αμαρτωλών, ενώ στους δικαίους δεν έχουν εξουσία. Αναφέρεται, μάλιστα, στον τρόπο με τον οποίο ο «άγγελος της δικαιοσύνης» παραλαμβάνει τις ψυχές των δικαίων, ενώ ο «άγγελος της πονηρίας» τις ψυχές των αδίκων[33]. Στο σημείο αυτό της διηγήσεως διαφαίνεται ο σκοπός της προμνημονευθείσας «προσευχητικής αγρυπνίας», δηλαδή η προσπάθεια κατατάξεως των παρισταμένων μεταξύ των δικαίων. Αντιλαμβανόμαστε ότι η Θεοτόκος διδάσκει τους παρισταμένους περί θεμάτων σχετικών με τη σωτηρία. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τη σημαντική θέση της Θεοτόκου στην πρώτη Εκκλησία, ως διδασκάλου των πιστών, ιγ) Οι παριστάμενες γυναίκες απαντούν προς τη Θεοτόκο ότι αυτή είναι η μητέρα τους και δεν πρέπει να φοβείται. Οι ίδιες, όμως, εκφράζουν το φόβο τους ενώπιον της κρίσεως του θανάτου. Η Θεοτόκος τις παρηγορεί και τις προτρέπει να ψάλλουν και να μην θρηνούν. Προσκαλεί, επίσης, όλους να προσευχηθούν η προτροπή της πραγματοποιείται και οι παριστάμενοι κάθονται, προσεύχονται και διηγούνται «τα μεγαλεία του Θεού»[34]. ιδ) Τη στιγμή εκείνη προσέρχεται ο ευαγγελιστής Ιωάννης, πρώτος από όλους τους αποστόλους εφόσον -όπως επισημαίνεται στη συνέχεια- οι υπόλοιποι φθάνουν όλοι μαζύ αργότερα. Η Παρθένος με δάκρυα τον παρακαλεί να μην ξεχάσει τους λόγους του Κυρίου στο Σταυρό και την εκφρασθείσα επιθυμία του ώστε ο Ιωάννης να προστατεύει τη Θεοτόκο. Του υπενθυμίζει, επίσης, ότι ο Κύριος τον αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλον και τον παρακαλεί να μην την εγκαταλείψει. Ο Ιωάννης, ο οποίος δεν γνωρίζει τα της επικείμενης Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ταράσσεται από τους λόγους και έρωτα μήπως στενοχώρησε ο ίδιος τη Θεοτόκο ή μήπως έχει κάποια ανάγκη[35], ιε) Η Θεοτόκος τότε του αναγγέλλει τα περί της Κοιμήσεώς της, τον παρακαλεί να φροντίσει τα της ταφής της και τα της διαφυλάξεως του σκηνώματός της από τους εβραίους αρχιερείς. Στο άκουσμα της επικείμενης Κοιμήσεως της Θεοτόκου ο Ιωάννης θρηνεί και εύχεται να απέθνησκε εκείνος και όχι η Θεοτόκος[36]. ιστ) Η Θεοτόκος παρηγορεί τον Ιωάννη, τον εισάγει στο «ταμείο» της και του επιδεικνύει τα προετοιμασμένα για την κηδεία της. Του επιδεικνύει, επίσης, δύο χιτώνες παραγγέλοντας να δοθούν σε δύο χήρες, καθώς και το «βραβείο», προσθέτοντας ότι έχει προσταγή να το κρατήσει ο ίδιος μπροστά από τη νεκρική κλίνη. Ο Ιωάννης, όμως, διστάζει φοβούμενος μήπως θιγούν οι απόντες απόστολοι[37]. ιζ) Τη στιγμή εκείνη «εγένετο βροντή» και έφθασαν στη θύρα της οικίας οι απόστολοι, καθήμενοι έκαστος επί μιας νεφέλης. Η διήγηση αναφέρει ότι ήσαν συνολικώς ένδεκα, με πρώτο τον Πέτρο και δεύτερο τον Παύλο. Οι απόστολοι ασπάζονται αλλήλους και διερωτώνται περί του τρόπου και της αιτίας ένεκα της οποίας ευρέθησαν όλοι μαζύ[38]. Παρατηρούμε, εν προκειμένω, ότι διασώζεται η παράδοση περί «βροντής» και «νεφελών» ως τρόπου μεταφοράς των αποστόλων στην οικία της Θεοτόκου, ιη) Ο Πέτρος προτρέπει τους υπολοίπους αποστόλους να προσευχηθούν ώστε ο Θεός να τους αποκαλύψει την αιτία για την οποία τους συγκέντρωσε. Ο Πέτρος και ο Παύλος προτρέπουν αλλήλους να προηγηθούν στην προσευχή. Οι υπόλοιποι απόστολοι χαίρονται για την ταπείνωση των δύο κορυφαίων και παρακαλούν, τελικώς, τον Πέτρο να προστεί της προσευχής. Ο Πέτρος απευθύνει ευχή δοξολογίας προς το Θεό[39]. ιθ) Μόλις ολοκληρώνεται η προσευχή του Πέτρου εξέρχεται της οικίας ο Ιωάννης και εξηγεί στους υπολοίπους αποστόλους ότι, ενώ ευρίσκετο στις Σάρδεις τον ήρπασε νεφέλη μεταφέροντας τον στην Ιερουσαλήμ. Ενημερώνει τους αποστόλους για τον επικείμενο θάνατο της Θεοτόκου και τους προτρέπει να μην θρηνήσουν ενώπιον της[40], κ) Οι απόστολοι εισέρχονται στην οικία και μακαρίζουν τη Θεοτόκο, η οποία τους ερωτά περί του ποιος ανήγγειλε σ’ αυτούς την επικείμενη Κοίμησή της και περί της χώρας στην οποία ευρίσκοντο πριν από την αιφνίδια μεταφορά τους στα Ιεροσόλυμα. Η Θεοτόκος δοξολογεί το Θεό διότι επέτρεψε να παρίστανται κατά την Κοίμησή της οι απόστολοι[41]. κα) Ακολούθως, τους εισάγει στο «ταμείο» της και τους επιδεικνύει τα της ταφής της. Ο Πέτρος προτείνει στους αποστόλους -καθώς δύει ο ήλιος της δεύτερης από τις τρεις ημέρες προ της Κοιμήσεως- να αγρυπνήσουν και να απευθύνουν παραινετικούς λόγους καθ’όλη τη διάρκεια της τελευταίας επίγειας νύχτας της Θεοτόκου. Οι απόστολοι του απαντούν ότι εκείνος πρέπει να απευθύνει τους παραινετικούς λόγους[42]. κβ) Ο Πέτρος απευθύνεται στους παριστάμενους και τους προτρέπει να έχουν πάντοτε αναμμένες τις λαμπάδες τους, έτοιμοι για το θάνατο και την αιωνιότητα. Την ώρα της ομιλίας του, η οικία της Θεοτόκου «λαμπρύνεται από φως» και ακούγεται φωνή η οποία προτρέπει τον Πέτρο να «λαλήσει την αλήθεια». Ο Πέτρος δοξολογεί το Θεό για την αποκάλυψη αυτή[43]. κγ) Συνεχίζονται οι προτροπές του Πέτρου προς τους παριστάμενους. Ο λόγος του είναι εκτενής: τους συνιστά να αγωνίζονται για την παρθενία και την αρετή, αναφέρει παραδείγματα, ενώ απευθύνεται και στον «όχλο» (προφανώς σε κάποιους συγκεντρωμένους εκτός της οικίας) προτρέποντας προς αρετή και μετάνοια[44]. κδ) Ξημερώνει η τρίτη ημέρα, η της Κοιμήσεως. Η Θεοτόκος εξέρχεται της οικίας της, δοξολογεί το Θεό, εισέρχεται πάλι στην οικία και κατακλίνεται, ενώ οι απόστολοι περιβάλλουν την κλίνη της. Περί την τρίτη ώρα της ημέρας ακούγεται «βροντή μεγάλη από τον ουρανό» και όλοι αισθάνονται «οσμή ευωδίας». Ο Κύριος «παραγίνεται επί νεφελών, συνοδευόμενος από πλήθος αγγέλων». Ο Χριστός εισέρχεται στο «ταμείο» της Θεοτόκου, ενώ οι άγγελοι παραμένουν έξω από την οικία και υμνούν. Συναντά τους αποστόλους και τους ασπάζεται, όπως ασπάζεται και τη μητέρα του. Η Θεοτόκος τον ευλογεί και τον παρακαλεί να παραλλάβει ο ίδιος την ψυχή της και όχι οι άγγελοι[45]. Ο Κύριος παραλαμβάνει την ψυχή της μητέρας του[46], κε) Οι απόστολοι παρατηρούν ότι η ψυχή της Θεοτόκου είναι «επτά φορές λευκότερη από τον ήλιο». Ο Πέτρος, μάλιστα, «περιχαρής» διερωτάται εάν υπάρχει άνθρωπος, του οποίου η ψυχή να είναι τόσο καθαρή όσο της Θεοτόκου. Στο συλλογισμό του Πέτρου απαντά ο ίδιος ο Κύριος, επισημαίνοντας ότι οι ψυχές των ανθρώπων έρχονται στον κόσμο λευκές, αλλά ακολούθως αλλοιώνονται από την αμαρτία. Του υποδεικνύει, επίσης, να ασφαλίσει το σώμα της Θεοτόκου, εξερχόμενος της πόλεως και ενταφιάζοντάς το σε μνημείο το οποίο έχει ήδη ετοιμασθεί. Ο Κύριος, τέλος, παραγγέλλει στους αποστόλους να παραμείνουν κοντά στο μνημείο[47]. κστ) Το σώμα της Θεοτόκου «βοά» προς τον Κύριο (Μνήσθητί μου βασιλεύ της δόξης), ο οποίος υπόσχεται ότι δεν θα το εγκαταλείψει και εξαφανίζεται[48], κζ) Οι απόστολοι κηδεύουν το σώμα. Ο Πέτρος επιδίδει το «βραβείο» στον Ιωάννη και τον προτρέπει να υμνήσει τη Θεοτόκο, ενώ ο Ιωάννης παραιτείται υπέρ του Πέτρου. Τελικώς θέτουν το «βραβείο» επί της κλίνης, την οποία βαστάζουν ενώ ο Πέτρος υμνεί. Παραλλήλως, υμνούν από τον ουρανό ο Κύριος και οι άγγελοι, ενώ δημιουργείται θόρυβος και στην πόλη των Ιεροσολύμων καθώς διέρχεται από τους δρόμους το σκήνωμα της Θεοτόκου. Οι εβραίοι αρχιερείς ανησυχούν για τις εξελίξεις αυτές και αποφασίζουν να φονεύσουν τους αποστόλους και να καύσουν το σώμα της Θεοτόκου. Οiί άγγελοι, όμως, πατάσσουν όλους όσοι εκινούντο απειλητικώς εναντίον της εξόδιας πομπής, πλην ενός ο οποίος επιτίθεται εναντίον της νεκρικής κλίνης αλλά αποκόπτονται τα χέρια του[49], κη) Ο επιτεθείς εβραίος μετανοεί, θεραπεύεται και κηρύσσει το Χριστό στους ομοεθνείς του. Οι απόστολοι εναπέθεσαν το σώμα στο μνημείο και το εφύλαξαν επί τριήμερον. Ακολούθως άνοιξαν το μνήμα, αλλά το σώμα δεν ευρίσκετο πλέον εκεί, διότι είχε «μετατεθεί από τον Κύριο της δόξης»[50].Όπως επισημάνθηκε προ της καταγραφής της διηγήσεως, ο Ιωάννης Θεσσαλονίκης απηχεί παράδοση περί των γεγονότων της Κοιμήσεως με πολλές ιδιαιτερότητες σε σχέση με αντίστοιχες της εκκλησιαστικής γραμματείας. Η προαναφερθείσα βεβαιότητά του περί της ορθότητας των πληροφοριών του προβληματίζει αρκετά την έρευνα, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να εντοπισθούν οι πηγές της διηγήσεώς του. Ελάχιστα στοιχεία είναι κοινά με τις αντίστοιχες διηγήσεις της υπόλοιπης εκκλησιαστικής γραμματείας. Κατ’ουσίαν η διήγηση του Ιωάννη αποτελεί μία σχεδόν εξ ολοκλήρου νέα διήγηση, οι επιμέρους πτυχές της οποίας θα απαιτούσαν αυτοτελή μελέτη, ενόσω υπάρχουν ενδιαφέροντα κείμενα προσευχών, αξιοσημείωτες μαρτυρίες περί δογματικών θεμάτων καθώς και πτυχές περί του έργου των αποστόλων και της ζωής της πρώτης Εκκλησίας. Το συγκεκριμένο, επομένως, Εγκώμιο του Ιωάννου Θεσσαλονίκης αναμένει την ενδελεχή διερεύνησή του, τα αποτελέσματα της οποίας θα εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας τόσο ως προς τις θεομητορικές εορτές, όσο και ως προς την παλαιοχριστιανική ιστορία…»[51].Η Εκκλησία μέσα από τις παραδόσεις δέχεται ότι η Παναγία, μετά την ανάληψη του Ιησού, διέμενε στη Σιών στο σπίτι του Ευαγγελιστή Ιωάννη και εκεί «εκοιμήθη» και στη συνέχεια κηδευθείσα ετάφη σε τάφο στο χωριό Γεσθημανή, όπου και έχει ανεγερθεί ναός προς τιμήν της.Κάποιοι αμφισβήτησαν τον τόπο όπου «εκοιμήθη» η Παναγία: Ο Tillemont[52] διατύπωσε τη γνώμη ότι η Θεοτόκος μετέστη εις Κύριον στην Έφεσο και εκεί ετάφη. Μάλιστα αναφέρεται ότι εκεί κάποιος αββάς Ευστάθιος στην Παλαιά Έφεσο ανεκάλυψε τον τάφο της Παναγίας. Αυτό είναι μύθευμα των παπικών και σκοπό είχε την αύξηση του γοήτρου τους στην Ανατολή και τον προσηλυτισμό του εκεί πληθυσμού. Όταν ο Ιουβενάλιος, επίσκοπος Ιεροσολύμων, παρέστη στην Δ΄ Οικουμενική σύνοδο στην Χαλκηδόνα, ρωτήθηκε από τον Μαρκιανό και την Πουλχερία που ήσαν οι αυτοκράτορες, περί του τρόπου κοιμήσεως της Θεοτόκου και έδωσε σχετικές πληροφορίες: «Πολλάς εν Κωνσταντινουπόλει ανήγειρε τω Χριστώ εκκλησίας η εν αγίοις Πουλχερία. Μία δε τούτων εστι και η εν Βλαχέρναις οικοδομηθείσα εν αρχή της βασιλείας… του Μαρκιανού. Ούτοι τοιχαρούν κείσε σεβάσμιον οίκον τη μανυμνήτω και παναγία Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία οικοδομήσαντες το ταύτης πανάγιον σκήνος και Θεοδόχον ανζήτουν σώμα και μετακαλεσάμενοι Ιουβενάλιον των Ιεροσολύμων Αρχιεπίσκοπον και τους από Παλαιστίνης Επισκόπους, τότε εν τη βασιλευούση ενδημούντας πόλει δια την το τινικαύτα γενομένην Σύνοδον, λέγουσιν αυτοίς: Ακούομεν είναι εν Ιεροσολύμοις την πρώτην και εξαίρετον της Παναγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας Εκκλησίαν εν χωρίω καλουμένω Γεσθημανή, ένθα το ζωηρόν αυτής σώμα κατετέθη εν σορώ. Βουλόμεθα τοίνοιν τούτο το λείψανον αναγαγείν ενταύθα εις φυλακτήριον της βασιλευούσης ταύτης πόλεως. Υπολαβών δε ο Ιουβενάλιος» αφηγήθη αυτοίς εν πάσει λεπτομερεία τα κατά την κοίμησιν της Θεοτόκου, την κηδείαν και την κατάθεσιν του ιερού αυτής σκήνους «…εν σορώ τη εν Γεσθημανή..»[53]. Δεν πέρασε πολύς χρόνος και η Πουλχερία, ενώ ζούσε ακόμα ο Ιουβενάλιος, μετακόμισε από τη Γεσθημανή την ιερά ζώνη της Θεοτόκου, στην εκκλησία των Βλαχερνών[54].Όμως αποδεικνύεται[55] ότι α) Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος είχε υπό την προστασία του την Παναγία σύμφωνα με την υπόδειξη του Ιησού, δεν μετέβη στην Έφεσο πριν από το έτος 64 μ. Χ. β) Η Παναγία η οποία ήταν πάνω από 80 ετών τότε, δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει τον Ιωάννη σε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Ο Ιωάννης πήγε στην Έφεσο αλλά μετά την μετάσταση της Παναγίας. γ) Η Παναγία δεν μετέβη στην Έφεσο.Β. Σε ότι αφορά στα κείμενα της εκκλησιαστικής γραμματείας, η μαρτυρία μέσω των τριών λόγων του Ιωάννη Δαμασκηνού (+756), παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αναφερόμενη σε παράδοση η οποία ανάγεται ίσως και στους αποστολικούς χρόνους. Εκεί αναφέρεται το γεγονός με τους Μαρκιανό και Πουλχερία που σε προηγούμενο σημείο του παρόντος αναφέρω, αλλά προστίθενται τα εξής: «…Οι αυτοκράτορες Μαρκιανός και Πουλχερία αναζητούσαν επιμόνως το «πανάγιον και θεοδόχον» σώμα της Θεοτόκου για να το εναποθέσουν στο Ναό (σσ.168-170). Για το σκοπό αυτό εκάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη τον Ιουβενάλιο, αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων, καθώς και τους ενδημούντες στην Κωνσταντινούπολη Επισκόπους, οι οποίοι παροικούσαν στην πόλη ενόψη της Συνόδου της Χαλκηδόνας (σσ.170). Σε όλους αυτούς οι αυτοράτορες ανέφεραν ότι είχαν σκοπό να μεταφέρουν στο ναό των Βλαχερνών το σώμα της Θεοτόκου, «εις φυλακτήριον της βασιλευούσης ταύτης πόλεως» (σ. 170). Ο Ιουβενάλιος αποκρίθηκε ότι η Γραφή δεν αναφέρεται στα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αλλά «εξ αρχαίας και αληθεστάτης παραδόσεως παρειλήφαμεν» ότι, όταν έφθασε η ώρα της Κοιμήσεως οι απόστολοι μετεφέρθησαν «μετάρσιοι» στα Ιεροσόλυμα, προέφθασαν έτι ζώσα τη Θεοτόκο και εκήδευσαν το σώμα στη Γεθσημανή, «εν ω τόπω επί τρεις ημέρας διέμεινεν άπαυστος». Μετά την τρίτη ημέρα, έφθασε στα Ιεροσόλυμα ο απόστολος Θωμάς, ο οποίος απουσίαζε κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου και εζήτησε να προσκυνήσει το σώμα. «Η σορός ανοίχθηκε», άλλα το σώμα δεν ευρέθη, ει μη μόνον τα «εντάφια κείμενα» τα οποία ευωδίαζαν, με αποτέλεσμα να ξανακλείσουν τη σορό (σ. 170). Οι απόστολοι συνεπέραναν εξ αυτού ότι, ο Κύριος «ηυδόκησε και μετά την εντεύθεν αποβίωσιν το ταύτης άχραντον σώμα τη αφθαρσία τιμήσαι, και μεταθέσει προ της κοινής και καθολικής αναστάσεως (σ. 172). Σε όλα τα παραπάνω γεγονότα ήσαν παρόντες -πλήν των αποστόλων- ο Τιμόθεος (πρώτος επίσκοπος Εφέσου) και ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, ο οποίος περιγράφει λεπτομερώς πώς οι απόστολοι «ύμνησαν πρεπόντως» τη Θεοτόκο (σ. 172). Όταν άκουσαν τη διήγηση του Ιουβεναλίου, οι αυτοκράτορες τον παρεκάλεσαν να τους αποστείλει ό,τι είχε απομείνει από τα ιμάτια της σορού της Θεοτόκου (σ. 174)…»[56]. Ο Δαμασκηνός παρέχει την εξής μαρτυρία περί της κοιμήσεως της Θεοτόκου: «…Η Θεοτόκος ευρίσκεται -περί το τέλος της ζωής της- ανακεκλιμένη επί τινος σκίμποδος εν τη θεία και περιωννμω πόλει Δαβίδ, την Ιερουσαλήμ[57]. Ο Δαμασκηνός εξυμνεί την Ιερουσαλήμ, εκεί όπου ο Κύριος ετέλεσε το Μυστικό Δείπνο, εκεί όπου εμφανίστηκε ο αναστημένος στους Αποστόλους και το Θωμά, εκεί όπου επισυνέβη η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος• και προσθέτει: εv ταύτη ο θεολόγος την Θεοτόκον παρειληφώς, ελειτούργει τα δέοντα• αύτη η μήτηρ των ανά πάσαν την οικουμένην εκκλησιών, της του Θεού μητρός ενδιαίτημα πέφηνε, μετά γε την του υιού εκ νεκρών αναφοίτησιν. Εν ταύτη τοίνυν η μακαρία παρθένος επί τινος τρισολβίου κλίνης κατέκειτο[58]. Η συγκίνηση του ιερού συγγραφέως είναι τόσο μεγάλη, ώστε θεωρεί ότι ευρίσκεται νοερώς πλησίον της κλίνης της Θεοτόκου και την «περιπτύσσεται»[59]. Στο σημείο αυτό αναφέρεται το πώς οι απόστολοι, ευρισκόμενοι «απανταχού της γης» για να κηρύξουν, μετεφέρθησαν στα Ιεροσόλυμα: ώσπερ τις σαγήνη η νεφέλη κατήπειγεν, εκ των τερμάτων της γης οία τινας αετούς συνωθούσα και συναθροίζουσα[60]. Οι απόστολοι παρήσαν… κατ’οφειλήν και τη τούτου (του Χριστού) μητρί λειτουργήσοντες, και κλήρον ώσπερ τινά πολυτελή και υπέρτιμον την ευλογίαν εξ αυτής αρυσόμενοι[61]. Πλησίον των αποστόλων παρευρίσκονταν οι διάδοχοίι τους, αλλά και όλο το «θεόλεκτο σύστημα» της Ιερουσαλήμ, ώστε όλοι μαζύ ν’ αποτελέσουν μία «ιερή δορυφορία» της Θεοτόκου. Αλλά και οι Άγγελοι παρειστήκεισαν άπαντες[62].Μπροστά στην κλίνη της Θεοτόκου αναπέμπονταν «λόγοι θεόπνευστοι και θεόφθεγγτοι», «ύμνοι θεοπρεπείς και εξόδιοι» (ο Δαμασκηνός, μάλιστα, επεξηγεί το περιεχόμενο των ύμνων αυτών, δηλαδή για ποιο λόγο ετιμάτο η Θεοτόκος)[63]. Στους ύμνους αυτούς προστίθενται ο του Αδάμ και της Εύας[64], ο του «χορού των αγίων» και ο του πλήθους[65]. Επίλογος όλων των ύμνων είναι ο «εξόδιος» των αποστόλων[66]. Τη στιγμή ακριβώς εκείνη έρχεται ο Κύριος για να παραλάβει την ψυχή της Μητέρας του• εκείνη του απευθύνει αιτήματα για να «δεχθεί την ψυχή της», για να «παρηγορήσει και να ευλογήσει» τους παριστάμενους[67]. Τότε, ο Κύριος «προσκαλεί» προς αυτόν τη μητέρα του, η οποία «παραθέτει το πνεύμα της στα χέρια του υιού της»[68]. Τη στιγμή της Κοιμήσεως ακούστηκαν «φωναί, ψόφοι και πάταγοι», οι δε άγγελοι άρχισαν να συνοδεύουν το σώμα και την ψυχή της Θεοτόκου. Οι παριστάμενοι «περιεπτύσσοντο» το σώμα και «επληρούντο ευλογίας και αγιασμού». Τότε επισυνέβησαν και πολλά θαύματα[69]. Στο σημείο αυτό αρχίζει η κήδευση της Θεοτόκου: το σώμα τυλίγεται με «καθαρό σενδόνι», αναπέμπονται ύμνοι και ανάβονται λαμπάδες[70]. Οι απόστολοι κρατούν «επ’ ώμων» το σκήνωμα και το οδηγούν προς τον τάφο• ξεκινούν από το «όρος Σιών» και προχωρούν δια μέσου της πόλεως προς τη Γεθσημανή[71]. Με αφορμή την ιερή αυτή πομπή, ο Δαμασκηνός παραλληλίζει το γεγονός του «εκκλησιασμού» των πρεσβυτέρων του Ισραήλ επί Σολομώντος (με αφορμή την «κατάπαυση της κιβωτού») με τον «εκκλησιασμό» του λαού από τον Κύριο, εξ αφορμής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου[72]. Κατά τη διάρκεια της πορείας προς το μνήμα, περιγράφεται το γεγονός της επιθέσεως ενός Εβραίου, με σκοπό να βεβηλώσει το σκήνωμα της Θεοτόκου[73]. Το σώμα της Θεοτόκου αποτίθεται στη Γεθσημανή, καντεύθεν τριταίον προς ουρανίους δόμους μετεωρίζεται[74]… Η όλη μαρτυρία του Δαμασκηνού περί των γεγονότων της Κοιμήσεως αποτελεί, προφανώς, το πληρέστερο και ασφαλέστερο κείμενο που μας παρέσχε η παράδοση της περί του θέματος της Κοιμήσεως εκκλησιαστικής γραμματείας…»[75].Άλλος σύγχρονος του Δαμασκηνού, ο Γερμανός Α΄ Κωνσταντινουπόλεως (+715) με τρεις λόγους του και ένα εγκώμιο, αναφέρεται στην κοίμηση της Θεοτόκου.«Στη συντομότερη διήγηση καταγράφεται, εν πρώτοις, το γεγονός της ελεύσεως στα Ιεροσόλυμα των αποστόλων «εκ περάτων», οι οποίοι προσεκύνησαν τη Θεοτόκο και έλαβαν αγιασμό και ευλογία. Μετά την άφιξη των αποστόλων, η Θεοτόκος παραδίδει την ψυχή της στον Υιό της, ο οποίος αφικνείται συνοδευόμενος από τις επουράνιες δυνάμεις για να παραλάβει τη Μητέρα του[76]. Οι απόστολοι, ακολούθως, κηδεύουν το σώμα με ύμνους και εγκωμιαστικές αναφορές προς τη Θεοτόκο[77]. Κατά τη διάρκεια της κηδεύσεως επισυμβαίνει το γεγονός της επιθέσεως ενός Εβραίου, με σκοπό να βεβηλώσει το σώμα της Θεοτόκου• τα χέρια του, όμως, αποκόπτονται κατά τη στιγμή που αγγίζει τη νεκρική κλίνη και αποκαθίστανται θαυματουργικώς όταν αντιλαμβάνεται το σφάλμα του και μετανοεί[78]. Τρεις ημέρες μετά τον ενταφιασμό του σώματος της Θεοτόκου, οι απόστολοι «χρησμοδοτούνται» να ανοίξουν τον τάφο• τότε, όμως, δεν ανευρίσκουν το ενταφιασμένο σώμα[79]. Η σύντομη αυτή έκθεση των γεγονότων αντανακλά προφανώς την ουσία της αποκρύφου παραδόσεως. Απαλλαγμένη από ποικίλες λεπτομέρειες, η παράδοση διασώζει το «θαύμα» της μεταστάσεως εφόσον τούτο εκτίθεται ως αντικείμενο απόκαλύψεως εκ Θεού (οι απόστολοι «χρησμοδοτούνται») και όχι ως τυχαίο εύρημα κατόπιν κάποιων συγκυριών. Ο Γερμανός, όμως. διασώζει και μία εκτενέστερη παράδοση των γεγονότων. Σύμφωνα με αυτήν, ολίγον προ της Κοιμήσεως ο Κύριος «προμηνύει» δι’άγγέλου στη Θεοτόκο το γεγονός, ώστε εκείνη να προετοιμαστεί καταλλήλως[80]. Στό σημείο αυτό καταγράφεται η τιμητική προσλαλιά του αγγέλου προς τη Θεοτόκο• πρόκειται περί ωραιοτάτου κειμένου, το οποίο ίσως εδράζεται επί κάποιας παραδόσεως, αλλά προφανώς οφείλει το ενδιαφέρον και πλούσιο σε έννοιες περιεχόμενό του στο συγγραφικό κάλαμο του Γερμανού[81]. Στο άκουσμα της προαναγγελίας, η Θεοτόκος χαίρεται βαθύτατα, φωταγωγεί την οικία της σε ένδειξη αναμονής μεγάλου γεγονότος, προσκαλεί τις φίλες, τους συγγενείς και τους γείτονές της, ευπρεπίζει την οικία της και «ανθηφορεί» την κλίνη της «ως επί παστάδος παρθενεύοντος γάμου», ανακοινώνει στους παρισταμένους την επικείμενη κοίμησή της και τους επιδεικνύει το «βραβείο», το οποίο της παρέδωκε ο άγγελος: ένα κλάδο φοίνικος, «πληροφόρημα νίκης» της κατά του θανάτου[82]. Στο άκουσμα των εξαγγελιών, οι παριστάμενοι θρηνούν και η Θεοτόκος τους παρηγορεί[83].Τη στιγμή ακριβώς εκείνη επισυμβαίνει «βροντή» και μεταφέρονται στην οικία της Θεοτόκου «δια νεφέλης» οι απόστολοι, οι οποίοι προσκυνούν τη Θεοτόκο και με δάκρυα της απευθύνουν λόγους πόνου και θλίψεως επί τη επικειμένη Κοιμήσει της[84]. Η Θεοτόκος παρηγορεί και τους αποστόλους, ενώ φθάνει και ο απόστολος Παύλος: κρούει την πόρτα του δώματος, του ανοίγει ο Ιωάννης και οι απόστολοι τιμούν τον Παύλο. Εκείνος πίπτει στους πόδας της Θεοτόκου και της απευθύνει εγκωμιαστικό χαιρετισμό[85]. Μετά την έλευση του Παύλου, η Παρθένος κατακλίνεται και «παραδίδει το πνεύμα» της. Οι απόστολοι ετοιμάζονται να αναπέμψουν τη «συνήθη ευχή στο λείψανο». Πέτρος και Παύλος αλληλοπαραιτούνται από ταπεινοφροσύνη και, τελικώς, ο Πέτρος αναγινώσκει την ευχή. Ακολούθως, αρχίζει η μεταφορά του λειψάνου «με ύμνους και φώτα» προς το μνήμα[86]. Στο κείμενο επισημαίνεται ότι «ακαταμέτρητος λαός» παρίσταται στην κηδεία, ενώ παρατίθεται και το γεγονός της απόπειρας βεβηλώσεως του σώματος από ένα Εβραίο[87]. Η αναλυτική αυτή παράθεση των γεγονότων καταλήγει στην εξιστόρηση των περί τη μετάσταση: οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος λαμβάνουν «τη σινδόνα» με το σώμα της Θεοτόκου και αρχίζουν την εναπόθεσή του στο μνήμα. Ο ενταφιασμός όμως αυτός -σύμφωνα με το κείμενο- δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή το σώμα της Θεοτόκου «ανηρπάγη» δια νεφέλης στον ουρανό μαζύ με τη σινδόνα[88]. Μετά από το θαυμαστό αυτό γεγονός οι απόστολοι δοξολογούν το Θεό και απευθύνουν λόγο παρακλήσεως προς το λαό, επεξηγούντες τα «θαυμάσια» τα διαδραματισθέντα ενώπιόν τους[89]»[90].Άλλοι που έχουν αναφερθεί στην κοίμηση της Θεοτόκου είναι:Ο Θεόδωρος Στουδίτης (+826) με το εγκώμιο προς την Παναγία, ο μοναχός Θεόγνωστος της ίδιας του Στουδίτου εποχής, με το Εγκώμιο προς την Θεοτόκο όπου «…αναφέρεται η μεταφορά των αποστόλων στα Ιεροσόλυμα «δια ροπής μιας ημέρας». Η έννοια της «ροπής» δεν είναι άγνωστη στην εκκλησιαστική γραμματεία, ο δε Θεόγνωστος την επεξηγεί ακολούθως όταν σημειώνει ότι ο των μαθητών χορός νεφελασία αρπαγείς, και τη αεροδρόμω ταχύτητι συν ήχω βροντής προς την κατοικίαν της Θεοτόκου καταχυθείς…[91]. Το γεγονός των «νεφελών», επομένως, μνημονεύεται και από το Θεόγνωστο, ο οποίος είναι ο μόνος που αναφέρεται στη χρονική διάρκεια της μεταφοράς των αποστόλων στα Ιεροσόλυμα (μία ημέρα), αλλά και στα δεδομένα της ταχύτητας (με «αεροδρόμο ταχύτητα») και του τρόπου αφίξεως στην οικία της Θεοτόκου (με «ηχηρή βροντή»). Το δεύτερο στοιχείο αποτελεί μία, ακόμα, καινοτομία σε σχέση προς παράλληλες διηγήσεις της εκκλησιαστικής γραμματείας: οι απόστολοι συνάζονται στα Ιεροσόλυμα για την «επιμέλεια της κηδείας», δηλαδή για να φροντίσουν τα της κηδεύσεως. Επομένως, σύμφωνα με τη διήγηση του Θεογνώστου, οι απόστολοι δεν προέφθασαν ζωντανή τη Θεοτόκο, ούτε προφανώς μετεφέρθησαν για το σκοπό αυτό στα Ιεροσόλυμα. Η όλη αποστολή τους εξηντλείτο στην μέριμνα των της κηδεύσεως, ίσως δε μόνο στην απλή παρουσία κατά την κήδευση, εφόσον ο Θεόγνωστος επισημαίνει οτι έφθασαν στην οικία της Θεοτόκου «την ώρα της κηδείας» [II, σ. 458]…»[92], Ο Ισίδωρος Θεσσαλονίκης (+ l200) είναι ένας ακόμα εκκλησιαστικός συγγραφέας, ο οποίος εκθέτει αναλυτικώς τα γεγονότα τη Κοιμήσεως και η διήγησή του είναι η πληρέστερη σχετικά με αντίστοιχες άλλων συγγραφέων. Ο Νικηφόρος Χούμνος (+1270), στο έργο του Θέσπισμα, αναφέρεται στην κοίμηση, όπου αναφέρεται επίσης ότι: «…η εορτή της Κοιμήσεως επεκράτησε σύμφωνα με παλαιά παράδοση, τονίζει δε ότι η εορτή τελείται «στο μέσο του μηνός» (επομένως στις 15 Αυγούστου), ότι προηγείται της εορτής η νηστεία και ότι ο εορτασμός επιτελείται από την αρχή του μηνός, κορυφούμενος την τελευταία αυτή ημέρα[93]…»[94].Πότε «εκοιμήθη» η Παναγία;Δεν έχει καθοριστεί με ακρίβεια πότε έγινε αυτό. Ο Βaronius δέχεται ότι η Θεοτόκος μετέστη προς Κύριον το 48 έτος[95], αλλά στηρίζεται σε ανύπαρκτη αναφορά του Ευσεβίου[96]. Πριν από αυτόν ο Νικηφόρος ο Κάλλιστος αποδέχεται ως έτος κοιμήσεως της Θεοτόκου το 45ο έτος δηλ το 5ο έτος της βασιλείας του Κλαυδίου, όπως αναφέρει, και καθορίζει τα έτη ζωής της Παναγίας ως εξής: Τριετής εισέρχεται στον Ναό, ενδεκαετής παραδίδεται στον Ιωσήφ, μετά 4 μήνες στην οικία του Ιωσήφ, ευαγγελίζεται υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ και «τίκτει το φως του κόσμου χρόνων υπάρχουσα 15, τη 25η του Δεκεμβρίου μηνός είτα έτερα λγ΄[33] έτη ζεί… και μετά την σταύρωσιν εν τη του Ιωάννου διετέλεσε ιά [11], ως ομού τα έτη ταύτης ν΄[50] και θ΄ [9] συνάγεσθαι…»[97].Ο Ανδρέας Κρήτης ο Ιεροσολυμίτης αναφέρει ότι η Παναγία μετέστη προς Κύριον σε βαθειά γεράματα[98]. Κατά τον 11ο αιώνα ο Κεδρηνός αναφέρει ότι: «…Μετά την του Κυρίου ανάληψιν η Θεοτόκος εν Σιών διέτριβε έως της τελευτής αυτής… παρέδωκε δε την ψυχήν αυτής ετών ούσα 72…»[99].———————————————————————————————–

[1] «Εν Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σ. 67, σημ. 2, σημειώνεται ότι το Εγκώμιο του Μοδέστου είναι το πρώτο θεολογικό κείμενο περί της Κοιμήσεως. Εν Χρήστου, όμως, Πατρολογία, Ε’, σ .496, σημ. 39 αμφισβητείται η θέση ότι πρόκειται περί του αρχαιοτέρου κειμένου».[2] PG 86,3227B-3312C.[3] Γ.Ν. Φίλια: «Οι Θεομητορικές Εορτές στη Λατρεία της Εκκλησίας.» Εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2002.[4] Eusebius Scr. Eccl., Theol., Commentarius in IsaiamBook 1, section 88, line 42.[5] Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., De coemeterio et de cruceVol 49, pg 394, ln 15.[6] Procopius Rhet., Scr. Eccl., Commentarii in IsaiamPage 2224, line 32.[7] Ανήκε δηλαδή στη «θρησκεία» των 10 εντολών και των προφητών που διακήρυσσαν την έλευση του Χριστού.[8] Κατά Λουκά ευαγγέλιο, α΄ 80: «…το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι, και ην εν ταις ερήμοις έως ημέρας αναδείξεως αυτού προς το Ισραήλ…».[9] Για την Μαρία η οποία αναφέρεται ως «αδελφή» της Παναγίας και ότι ήταν γυναίκα του Κλεώπα, αδελφού του Ιωσήφ, παραθέτω το εξής κείμενο: «Τις έστιν η αδελφή της μητρός του Κυρίου; του Κλεώπα μεν εστί γυνή, συγγενής δε της Θεοτόκου, κατά λόγον καί ου κατά φύσιν, δια το τον Ιωσήφ τον της Παρθένου μνηστήρα αδελφόν είναι του Κλεώπα, καθώς φησίν Επιφάνιος ο της Κύπρου, καί Ιώσηππος ιστορεί. Ει γάρ και αδελφήν είπεν ο Ευαγγελιστής της Θεομήτορος την του Κλεώπα Μαρίαν, αλλά δια την συγγένειαν τούτο είρηκεν. Έθος γαρ τούτο τοις παλαιοίς το τους αγχιστεύοντας αδελφούς καλείν, καθώς φησίν Ισαάκ προς Αβιμέλεχ τόν βασιλέα περί της Ρεββέκκας, ότι “αδελφή μου έστι,” καίτοι γυνή αυτού ήν· και ο Κύριος δια του προφήτου προς τον εαυτού Πατέρα, “αναγγέλλω το όνομά σου τοις αδελφοίς μου,” “ότι προάγω υμάς εις την Γαλιλαίαν·” ουδαμού γαρ εύρηται παρά τη θεία γραφή εμφερόμενον τούτο, ότι γεγέννηται έτερον τέκνον τοις δικαίοις Ιωακείμ και Άννα πλην της θεόπαιδος. Ότι τέσσαρες Μαρίαι έμφέρονται διαφόρως έν τοίς θείοις Ευαγγελισταίς, καί πρώτη Μαρία η Θεοτόκος, η παρά τω Ματθαίω καί Μάρκω λεγομένη Μαρία, η του Ιακώβ του μικρού και Ιωσή μήτηρ. Λέγεται δε μήτηρ αυτών θέσει και ου φύσει δια το είναι τον μνηστήρα Ιωσήφ πατέρα αυτών. Δευτέρα Μαρία η Μαγδαλινή, αφ’ ης εκβεβλήκει ο Κύριος επτά δαιμόνια. Τρίτη Μαρία η του Κλεώπα γυνή, αδελφή δε λεγομένη παρά τω Ευαγγελιστή Ιωάννη της Θεοτόκου δια την συγγένειαν, και δια τον μνηστήρα Ιωσήφ ως είρηται είναι αδελφόν του Κλεώπα. Τετάρτη Μαρία η σώφρων, η του Λαζάρου αδελφή». (Catenae (Novum Testamentum), Catena in Joannem (catena integra) (e codd. Paris. Coislin. 23 + Oxon. Bodl. Auct. T.1.4) Page 393, line 9). Σε άλλο όμως κείμενο (Georgius Cedrenus Chronogr., Compendium historiarum Volume 1, page 328, line 23), αναφέρεται ότι: « … Μετά δε πενταετή χρόνον υπέστρεψεν Ιωσήφ εις Ναζαρέτ εξ Αιγύπτου, και έλαβε την θυγατέραν αυτού Μαρίαν Κλεόπας ο αδελφός αυτού ομοπάτριος και ομομήτριος, και εξ αυτής εγέννησε τον Συμεών…».[10] «…είπεν δε προς αυτόν ο άγγελος: Μη φοβού Ζαχαρία, διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην…» (Novum Testamentum, Evangelium secundum Lucam Chapter 1, section 13, line 3).[11] Για την γενεαλογική προέλευση του Ιωσήφ υπάρχει μεγάλη και συγκεχυμένη ιστορία που δεν είναι της παρούσης στιγμής η διερεύνησή της. Παραθέτω εδώ μέρος της αναφοράς στο θέμα του Ιωάννη του Δαμασκηνού (Scr. Eccl. Theol., Expositio fidei Section 87,line 36): «…Ότι μεν ούν ο Ιωσήφ εκ Δαυιδικού φύλου κατάγεται, ο Ματθαίος και Λουκάς, οι ιερώτατοι Ευαγγελισταί, διαρρήδην υπέδειξαν, αλλ’ ο μεν Ματθαίος εκ Δαυίδ δια Σολομώντος κατάγει τον Ιωσήφ, ο δε Λουκάς δια Νάθαν. Της δε αγίας αειπαρθένου την γέννησιν και αμφότεροι παρεσιώπησαν. Χρή ούν ειδέναι, ως ουκ ην έθος Εβραίοις ουδέ τη θεία γραφή γενεαλογείσθαι γυναίκας. Νόμος δε ην μη μνηστεύεσθαι φυλήν εξ ετέρας φυλής. Ο δε Ιωσήφ εκ Δαυιδικού καταγόμενος φύλου, δίκαιος υπάρχων (τούτο γαρ αυτώ μαρτυρεί το θείον ευαγγέλιον), ου αν παρανόμως την αγίαν παρθένον προς μνηστείαν ηγάγετο, ει μη του αυτού σκήπτρου κατήγετο. Δείξας τοίνυν το του Ιωσήφ καταγώγιον ηρκέσθη. Χρη δε και τούτο ειδέναι, ως νόμος ην αγόνου ανδρός τελευτώντος τον τούτου αδελφόν την του τελευτηκότος γαμετήν προς γάμον άγεσθαι και εγείρειν σπέρμα τω αδελφώ. Το ουν τικτόμενον κατά φύσιν μεν του δευτέρου ήτοι του γεγεννηκότος ην, κατά δε νόμον του τελευτήσαντος. Εκ της σειράς τοίνυν του Νάθαν του υιού Δαυίδ Λευί εγέννησεν τον Μελχί και τον Πάνθηρα. Ο Πάνθηρ εγέννησε τον Βαρπάνθηρα ούτως επικληθέντα. Ούτος ο Βαρπάνθηρ εγέννησε τον Ιωακείμ, Ιωακείμ εγέννησε την αγίαν Θεοτόκον. Εκ δε της σειράς Σολομώντος του υιού Δαυίδ Ματθαν έσχε γυναίκα, εξ ής εγέννησε τον Ιακώβ. Τελευτήσαντος δε του Ματθάν Μελχί εκ της φυλής του Νάθαν, ο υιός Λευί, αδελφός δε του Πάνθηρος, έγημε την γυναίκα του Ματθάν, μητέρα δε του Ιακώβ, και εξ αυτής έσχε τον Ηλί. Εγένοντο ούν αδελφοί ομομήτριοι Ιακώβ και Ηλί, ο μεν Ιακώβ εκ της φυλής Σολομώντος, ο δε Ηλί εκ της φυλής Νάθαν. Ετελεύτησε δε ο Ηλί, ο εκ της φυλής του Νάθαν άπαις, και έλαβε Ιακώβ, ο αδελφός αυτού ο εκ της φυλής Σολομώντος την γυναίκαν αυτού και εγέννησε τον Ιωσήφ. Ο ούν Ιωσήφ φύσει μεν εστιν υιός Ιακώβ εκ του καταγωγίου του Σολομώντος, κατά δε νόμον Ηλί του εκ Νάθαν. Ιωακείμ τοίνυν την σεμνή ντε και αξιέπαινον Άνναν προς γάμον ηγάγετο. Αλλ’ ώσπερ η πάλαι Άννα στειρεύσασα δι ευχής και επαγγελίας τον Σαμουήλ εγέννησεν, ούτω και αύτη δια λιτής και επαγγελίας προς θεού την θεοτόκον κομίζεται…».[12] Κατά Ματθαίον β΄ 19: «Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ών και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν…».[13] Κατά Ματθαίον β΄ 20-21.[14] Τιμοθέου Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας: Η ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΙΑ ΤΗΣ ΘΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, Εν Αθήναις 1922.[15] «…η δε Θεοτόκος, ηνίκα απεχώρησεν ο άγγελος, ήλθεν εις την ορεινήν ήτοι την Βηθλεέμ (υψηλότερος γαρ της Ναζαρέτ ούτος ο τόπος) και ησπάσατο την Ελισαβέτ, εξαδέλφην αυτής ούσαν, και εγνώρισεν αυτή την οπτασίαν του αγγέλου, και ότι άρρεν έσχε…» (Georgius Cedrenus Chronogr. Compendium historiarum Volume 1, p. 327,l. 9.).[16] Αυτός ο Ιωάννης είναι ο Θεολόγος, συγγραφέας του κατά Ιωάννην ευαγγελίου, της Αποκάληψης και τριών επιστολών. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είχε πεθάνει. Ο Ιωάννης ο Θεολόγος, συγγενής του, ήταν από τους πρώτους που πίστευσαν τον Ιησού, ήταν πλούσιος και κατείχε ανώτατη θέση στην κοινωνία της Ιερουσαλήμ, όπου και μόνος εκ των μαθητών του Χριστού, είχε οικία στην Ιερουσαλήμ (Χρυσ. Παπαδ., ως άνω σ. 1).[17] Κατά Ιωάννην ιθ΄ 26-27.[18] Γ. Ν. Φίλια: «Οι Θεομητορικές Εορτές στη Λατρεία της Εκκλησίας.» Εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2002.[19] 1, σ. 375 (13-22).[20] 1, σσ. 375 (2)-376 (2).[21] 3, σσ.378(21)-379(3).[22] « Διαπιστώνουμε, δηλαδή, ότι παραμένει -ακόμα και κατά τις συγκεκριμένες δύσκολες στιγμές- η αγωνία της Θεοτόκου για την ενότητα των μαθητών. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει την ιδιότητα της Θεοτόκου ως μητέρας των πιστών.»[23] «Στο σημείο αυτό η διήγηση ανακαλεί στη μνήμη μας αντίστοιχη του Ευαγγελισμού, σύμφωνα με την οποία η Θεοτόκος αμφισβητώντας τα υπό του αγγέλου εξαγγελόμενα, ζητά να μάθει το όνομά του. Στην περί Κοιμήσεως διήγηση, βεβαίως, το αίτημα της Θεοτόκου να μάθει το όνομα του αγγέλου δεν συνδέεται με κάποια αμφισβήτηση του αγγελικού μηνύματος.».[24] 3, σ.379 (4-9).[25] 3, σ.379 (9-15).[26] «Ακόμα μία ιδιαιτερότητα της διηγήσεως του Ιωάννη είναι το περί παρουσίας του αγγέλου πλησίον της Θεοτόκου μετά από την αναγγελία της επικείμενης Κοιμήσεως».[27] 3, σ.379 (16-27).[28] 3, σσ. 379 (28)-380 (5).[29] 3, σ. 380 (6-15).[30] 4, σ. 380 (16-20).[31] 4, σσ. 380 (20)-381 (5).[32] 5, σ. 381 (6-21).[33] 5, σσ. 381 (22)-382 (26).[34] 5, σσ. 382 (27-383 (20).[35] 6, σσ. 383 (20)-384 (25).[36] 6, σ. 384 (26)-385 (12).[37] 6, σσ. 385 (12)-386 (3).[38] 7, σ. 386 (4-16).[39] 7, σσ. 386 (16)-387 (24).[40] 8, σσ. 387 (25)-388 (18).[41] 8, σσ.388 (19)-389 (19).[42] 8, σ. 389 (20-33).[43] 9, σσ. 390 (1)-391 (2).[44] 10,11, σσ. 391 (3)-395 (24).[45] «Στο σημείο αυτό μαρτυρείται και πάλι ο φόβος της Θεοτόκου μήπως η ψυχή της παραληφθεί από αγγέλους, προφανώς «του σκότους».»[46] 12, σσ, 395 (25)-396 (25).[47] 12, σσ. 396 (26)-397 (17).[48] 12, σ. 397 (18-31).[49] 13, σσ. 398 (1)-399 (12).[50] 13, σσ. 399 (13)-401 (26).[51] Φίλιας, ως άνω.[52] Tillemont: Memoires pour server á l’ histoire Ecclesiastique t I pp. 73 491-493 Note XIII.[53] Ιωάν. Δαμασκηνού λόγ. Β΄. εις την κοίμησιν της Θεοτόκου. Patrolog. Mignet. 96 p. 748. Νικηφόρ. Καλ. Εκκλης. Ιστορία ΙΙ. 23.[54] Νικηφ. Καλ. Εκκλ. Ιστορία XV. 14.[55] Χρυσοστόμου Α. Παπαδοπούλου: Περί του τόπου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Εν Ιεροσολύμοις 1896, σ. 10 κ. ε.[56] Φίλιας, ως άνω.[57] Λόγος Β’, 4, σ. 136.[58] Λόγος Β’, 4, σσ.136-137.[59] Λόγος Β’, 5, σ.138.[60] Λόγος Β’, 6, σ. 138.[61] Λόγος Β’, 6, σ. 140.[62] Λόγος Β’,6, σ.140.[63] Λόγος Β’,7, σ.142.[64] «Υμνούν τη Θεοτόκο, η οποία «έλυσε τα επιτίμια της παραβάσεώς τους» (Λόγος Β’, 8, σ. 144).»[65] Λόγος Β’, 8, σσ. 144-146.[66] Λόγος Β’, 9, σ. 146.[67] Λόγος Β’ 10, σ.148.[68] Λόγος Β’ 10, σσ. 148-150.[69] Λόγος Β’,11, σ. 150.[70] Λόγος Β’,11, σσ. 150-152.[71] Λόγος Β’, 12, σ.152.[72] Λόγος Β’, 12, σσ. 152-154.[73] Λόγος Β’, 13, σσ. 154-156.[74] Λόγος Β’, 14, σ. 156.[75] Φίλιας, ως άνω.[76] §9, σ. 50.[77] §13-15, σσ. 51-52.[78] §16, σ. 52.[79] §17, σ. 52.[80] 360B-C.[81] 360C-364B.[82] 364C-D. «Ας σημειωθεί ότι, το γεγονός της επιδόσεως «βραβείου» δεν αναφέρεται στην εκτενή περιγραφή της επισκέψεως του αγγέλου, αλλά εκ των υστέρων, κατά τη συγκέντρωση συγγενών και φίλων στην οικία της Θεοτόκου.»[83] 365Α-Β.[84] 365B-C.[85] 365C-368B. «Το κείμενο δεν διευκρινίζει το γιατί ο απόστολος Παύλος δεν ήλθε μαζύ με τους υπόλοιπους αποστόλους. Τρεις αιώνες αργότερον του Γερμανού, ο μοναχός Επιφάνιος (+1015) επισημαίνει ότι ο Παύλος ευρίσκετο στην Έφεσο όταν «ηρπάγη» για να παρευρεθεί στην κήδευση τη Θεοτόκου (Περί του βίου της υπεραγίας Θεοτόκου, κγ’, PG 120, 212D-213A). Ασχέτως προς την ιστορικότητα, το γεγονός υποκρύπτει προφανώς ένα συμβολισμό: ο απόστολος Παύλος δεν ανήκε στον αρχικό πυρήνα των δώδεκα αποστόλων και, ως εκ τούτου, δεν συγκαταλέγεται στην ομαδική μετακίνηση των αποστόλων προς τα Ιεροσόλυμα. Η ιδιαίτερη έλευσή του, όμως, καθώς και η ιδιαίτερη τιμή την οποία του επεφύλαξαν οι απόστολοι αποσκοπεί να καταδείξει ότι όχι μόνο είχε συγκαταριθμηθεί στη χορεία των αποστόλων, αλλά και ότι στη συνείδηση των περί τη νεκρική κλίνη παρευρισκομένων, το έργο του Παύλου περιεποιείτο ιδιαίτερης τιμής και αναγνωρίσεως.»[86] 368B-C.[87] 368D-369B.[88] «Ων εκ χειρών (των αποστόλων Πέτρου και Παύλου), πάντων αποσκοπούντων το άχραντον αφηρπάγη της Παρθένου σώμα. Και ο μεν αρπάσας αυτό, πάσιν αβλεπτος• Θεός γαρ ην αθεώρητος• η δε σινδών εν νεφέλη κούφη εν τη σαρκικώς προφητευομένη κoύφη νεφέλη, ταις χερσί τότε των αποστόλων, κούφως ανεμιζομένη κατεφάνη (369C).»[89] 369C-372A.[90] Φίλιας, ως άνω.[91] II, σ. 458 (36-39).[92] Φίλιας, ως άνω.[93] «Την της Κοιμήσεως εορτήν, ην κατ’έθος πάλαι κρατήσαν, εν μιά δη τινι των ημερών, μέση του μηνός, πανηγυρίζομεν, νηστεία τας προ αυτής πρότερον αγνισθέντες… Αλλά τοι μίαν είναι την εορτήν, εφ’όλας μεριζομένην τας απ’αρχής του μηνός μέχρι της νυν διαφερόντως γε τιμωμένης, και δη της τελευταίας, τούτο δειν οίμαι, καν τω παρόντι βούλομαι νομοθετήσαι (1571B-C).»[94] Φίλιας ως άνω.[95] Baron. Annales Eccles. Ad Ann. 48 §19.[96] Tillemont Memoires t. I. p. 491.[97] Νικηφ. Εκκλ. Ιστορ. 11, 3.[98] Ανδρ. Κρήτης Λογ. Α΄. εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου. Patrog. Migue. t. 97 p. 1060.[99] Κεδρην. Σύνοψ. Ιστορική 1. p. 329. 330 edit. Bonn.